A Green Observer

Τα τεκταινόμενα από την δική μας προοπτική

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ «ΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ ΤΟΥ ΔΙΟΓΕΝΗ» 10/05/2012

Filed under: ΜΟΥΣΙΚΗ — quadrifoglioverdeteam @ 14:39
Tags: , ,

Επιλέγοντας να κάνετε Follow, Θα ενημερώνεστε πρώτοι για κάθε νέο άρθρο. Μπορείτε πάντα πολύ εύκολα να κάνετε Unfollow όποια στιγμή το επιθυμήσετε.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ

«Στο Φανάρι του Διογένη»

Παράνομη Κασέτα Νο 000008

Κυκλοφορία κασέτας: Μάρτιος 1987

ΠΛΕΥΡΑ Α’

1. Μπαγάσας 4.30″

2. Πανηγύρι 6.12″

3. Ουλαλούμ 4.30″

4. Λίνα 4.25″

5. Δε θέλω καρδιά μου να κλαις 3.27″

6. Τρομοκράτες 6.19″

ΠΛΕΥΡΑ Β’

1. Πας φιρί φιρί 3.52″

2. Οϊμέ 3.30″

3. Εγώ με τις ιδέες μου 4.25″

4. Μπαταρία 4.16″

5. Γιουσουρούμ 5.50″

6. Πολεμάτε κοιμισμένα 4.05″

7. Το Φανάρι του Διογένη 3.14″

Μπαγάσας

Αφήνω πίσω τις αγορές και τα παζάρια

Θέλω να τρέξω στις καλαμιές και τα λειβάδια

Να ξαναγίνω καβαλάρης

Και ξαναέλα να με πάρεις ουρανέ

Για δεν υπήρξα κατεργάρης

Και την χρειάζομαι τη χάρη σου, μωρέ!

Ρε, μπαγάσα, περνάς καλά ‘κει πάνω;

Μιαν ανάσα, γυρεύω για να γιάνω

Δεν το πιστεύω να με χλευάζεις

Σαν σε χαζεύω δε χαμπαριάζεις.

Πρότεινέ μου κάποια λύση

Δεν θα σου παρακοστίσει

Και θα σου φτιάχνω τραγουδάκια

Με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν

Για το χαμένο μου αγώνα

Που τ’ αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν.

Αφήνω πίσω το σαματά και τους ανθρώπους

Έχω χορτάσει κατραπακιές και ψάχνω τρόπους

Πως να ξεφύγω από τη μοίρα

Και έχω μέσα μου πλημμύρα ουρανέ

Για δεν υπήρξα κατεργάρης

Και θα το θες να με φλερτάρεις, γαλανέ.

Ρε, μπαγάσα, περνάς καλά ‘κει πάνω;

Κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω

Κει που κοιμάσαι και αρμενίζεις

Ξάφνου αστράφτεις και μπουμπουνίζεις

Κι ότι σου ‘ρθει κατεβάζεις

Μη θαρρείς πως με ταράζεις.

Γιατί σου φτιάχνω τραγουδάκια

Με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν

Για το χαμένο μου αγώνα

Που τ’ αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν.

Για το χαμένο μου αγώνα

Που τ’ αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν…

Πανηγύρι

Σπόρια τσίχλες πωλώ καραμέλες σωρό

Τρέξτε πάρτε παιδιά να χαρείτε

Κοκοράκι λαμπρό γλυφιντζούρι γλυκό

Μαντολάτο εδώ θα τα βρήτε.

Εδώ το βοτάνι της αγάπης

διαλαλούσα ‘κείνο τον καιρό

Λάλαγα για πανηγύρια τρελά

Κι ένα χάρτινο λαό…

Μα στερέψαν ‘κείνα τα τραγούδια

Και δεν γράφω πια για το κοινό

Αλλάζω στίχους καλαμπούρι βαρώ

Κι απ’ το ίδιο πίνω το νερό…

Ποιος θε να ‘ρθη ρωτώ στο πανηγύρι αυτό

Και δεν θα γυρέψει να αρπάξει

Τα πανέρια μου και τα χέρια μου

Το χαρταετό μου να μου σπάσει

Εδώ αφέντηδες μασάτε

Ό,τι αγγίξετε πιο τρυφερό

Κι εσείς δούλοι προσκυνάτε ώ ώ

Και βολεύεστε θαρρώ…

Όλες τρώτε τα παιδιά σας

Κι όλοι σφάζεστε ω γιες

Φάγατε και την καρδιά σας

Κι οι βιτρίνες σας αστραφτερές.

Πωπωπωπωπωπωπώ αχ τι κακό τι κακό

Ω τι κόσμο θωρώ στο πανηγύρι αυτό

Στο πανηγύρι αυτό, στο πανηγύρι αυτό

Που δεν έχει τελειωμό.

Ξέρω, ξέρω ένα παραμύθι που λέγεται

Πως στήλη άλατος γένηκε του Λωτ η γυναίκα

Γιατί παράκουσε τον κύριο θεό

Και γύρισε τα Σόδομα και Γόμορα να δει

Που καιγόταν…

Κι άλλο ένα ξέρω παραμύθι.

Εσύ που θες να λέγεσαι λαός

Είτ’ υπηρέτης είτ’ αφεντικός

Τη φυλακή σου αμπάρωσες γερά

Και φρικιάς μπροστά στη λευτεριά

Κι οπόταν σου σαλέψει η ζωή τη λυντσάρεις…

Όλος ο κόσμος ξέρω, με μισεί,

Κι απ’ το μεθύσι μου θέλει να πιει

Πηγαίνουν κούτσα-κούτσα σπιθαμή

Υπολογίζοντας ανταμοιβή

Δολοφονώντας τη Στιγμή…

Από τη μια το θάρρος θαυμάζω της γυναίκας του Λωτ

Για συνεργός σας όντα, όντα σκοτεινά δεν κάνω.

Πωπωπωπωπωπωπώ αχ τι κακό τι κακό

Ω τι κόσμο θωρώ στο πανηγύρι αυτό

Στο πανηγύρι αυτό, στο πανηγύρι αυτό

Που δεν έχει τελειωμό

Για τον κάθε χάρτινο λαό…

Για τον κάθε χάρτινο φρουρό…

Ουλαλούμ

Οι στίχοι είναι του ποιητή Γιάννη Σκαρίμπα

Ήταν σαν να σε πρόσμενα Κερά

Απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα

Κι έλεγα: Θα ‘ρθει απόψε απ’ τα νερά

Κι από τα δάσα.

Θα ‘ρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή

Αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι

Και θα μυρίζει φώτα και βροχή

Και νιο φεγγάρι…

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ

Στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα

Και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ

Χρυσή κουβέντα:

Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπα»

Που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει

Καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά

Προς τη Σελήνη…

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ

Κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωϊμένα –

Μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή

Κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ μ’ αγάπησες Κερά

Που άκουγα διπλά τα βήματά μου!

Πάταγα ‘γω – στραβός – μες στα νερά;

Κι εσύ κοντά μου…

Λίνα

Λίνα, Λίνα, μην λυπάσαι

Λίνα, Λίνα, μη φοβάσαι

Λίνα, Λίνα πως κοιμάσαι

Μόνη σου, πανάθεμά σε;

Φεύγει κι έρχεται ο καλός σου

Πως να βρεις τον εαυτό σου

Δεν αξίζει τόσο όσο

Η ζωή κι ο θάνατός σου.

Πες μου ένα ψέμα

Ν’ αποκοιμηθώ

Μοναχά για σένα

Κάνω το χαζό.

Λίνα, Λίνα, καρδερίνα

Θα σε δω τον άλλο μήνα

Μ’ έχεις κλείσει στην κουζίνα

Κι έγινες και μπαλαρίνα.

Λίνα, Λίνα, ζούμε χώρια

Δούλεψα και στα βαπόρια

Λίνα, Λίνα, τέτοια ζόρια

Να ‘χαν τ’ άλλα σου τ’ αγόρια;

Πια δεν έχω χρόνο

Να σου εξηγώ

Δύσκολα τελειώνω

Μ’ ότι αγαπώ.

Λίνα, Λίνα, σαν σε είδα

Ένιωσα σαν ναυαρχίδα

Κι έσκασες σαν καταιγίδα

Στην χλωρίδα και πανίδα.

Τώρα λες πως σου ανήκα

Μα δεν πλήρωνα το ΙΚΑ

Θα ‘ταν μεγαλομανία

Αν με γράφαν στα ταμεία.

Πες μου ένα ψέμα

Ν’ αποκοιμηθώ

Μοναχά για σένα

Κάνω τον χαζό.

Λίνα, Λίνα, κι αν σε χάνω

Δεν θα σε ξαναπικράνω

Σαν το σκύλο με τη γάτα

Η αγάπη μας στη στράτα.

Λίνα, Λίνα, παίρνω φόρα

Κι όλα τ’ άπλυτα στη φόρα

Έχεις ομορφιά φιδίσια

Τι γυρεύεις στα Πατήσια;

Δε θέλω καρδιά μου να κλαις

Για πο πο ρε, για πο πο ρε, για πο πο ρε ρα…

Δεν θέλω καρδιά μου να κλαις, για όσα περάσανε χτες

Χαλάσανε τόσα πολλά, μα βρες μονοπάτι ξανά

Δεν ξέρει ο κόσμος να ζει, κατέβα να πάμε πεζοί

Εκεί που καθένας ζητά να βρει τη μιλιά του ξανά.

Τον πόλεμο μισώ, κι απ’ τη ζωή αποζητώ

Να μη μου μείνει μόνο το παράπονο

Κι ας ήταν μια φορά, να μ’ είχες πάρει αγκαλιά

Το ξέρω σου ζητώ πάρα πολλά.

Για πο πο ρε, για πο πο ρε, για πο πο ρε ρα…

Δεν θέλω καρδιά μου να κλαις, για όσα περάσανε χτες

Δανείσου κι εσύ μια φορά και βρες μονοπάτι ξανά

Κι αν χάνεις αυτό που σε ζει, δεν έφταιξες μόνον εσύ

Αξίζει να ζουν σαν παιδιά εκείνοι που έχουν καρδιά.

Τον πόλεμο ζητώ, για μια ζωή που δεν τη ζω

Να μη μου μείνει μόνο το παράπονο

Κι ας ήταν μια φορά να δεις μικρέ μου φουκαρά

Πως μαλακώνω σαν δε μου μιλάς σκληρά.

Τον πόλεμο μισώ, κι απ’ τη ζωή αποζητώ

Να μη μου μείνει μόνο το παράπονο

Κι ας ήταν μια φορά, να μ’ είχες πάρει αγκαλιά

Το ξέρω σου ζητώ πάρα πολλά.

Για πο πο ρε, για πο πο ρε, για πο πο ρε ρα…

Τρομοκράτες

Φωνές –

Είμαστε τρομοκράτες όλοι-όλοι,

Είμαστε τρομοκράτες με πρώτο το Μανώλη.

Φωνή Α΄ –

Που δεν πήγε στο στρατό

Φωνή Β΄ –

Φοβότανε τον πόλεμο δεν ήθελε τα όπλα

Φωνή Α΄ –

Ποιος είναι ο τρομοκράτης, ποιος;

Φωνή Β΄ –

Ο χαχόλης ο Μανώλης ο φαιδροπαιδαράς

Γιατί ποτέ δε δέχτηκε να γίνει

Όλοι –

Βρωμοποδαράς.

Όλοι –

Είμαστε τρομοκράτες, είμαστε τρομοκράτες

Κι οι πρόγονοί μου εργάτες τρομοκράτες ήταν κι αυτοί,

Με την τρομοκρατία πεθαίνει η εξουσία

Δεν θέλουμε εκκλησία, αστυνομία, στρατό και βουλή.

Φωνή Α΄ –

Είναι το κράτος ο τρομοκράτης;

Φωνή Β΄ –

Όχι το κράτος είναι η τάξις

Φωνή Α΄ –

Είναι ο εργάτης ο τρομοκράτης;

Φωνή Β΄ –

Όχι, ο εργάτης είναι το πτώμα, και

Είναι στο κόμμα, κοιμάται ακόμα!!!

Φωνή Α΄ –

Μα είναι το κόμμα ίσον το πτώμα;

Φωνή Β΄ –

Όχι το κόμμα είναι ένα.

Όλοι –

Κουκουκουκουέ το πτώμα σου λαέ

Κουκουκουκουέ το πτώμα σου λαέ

Για να έχεις σύνταξη καλή, συστοιχία

Και κατάταξη, ταξινομημένο και αριθμημένο

Κουρδιστό ραμολιμέντο. Να μην είσαι

Τρομοκράτης, αρνησίθρησκος, χωριάτης,

Ανυπόταχτος, τεμπέλης, άπατρις, κοπανατζής.

Για να είσαι δημοκράτης, χάφτης και

Σοσιαληστής (το «λη» παρακαλώ με ήτα) καντηλανάφτης.

Όλοι –

Είμαστε τρομοκράτες, είμαστε τρομοκράτες                          

Κι οι πρόγονοί μου εργάτες τρομοκράτες ήταν κι αυτοί,

Με την τρομοκρατία πεθαίνει η εξουσία

Δεν θέλουμε εκκλησία, αστυνομία, στρατό και βουλή.

Φωνή Α΄ –

Είναι οι μπάτσοι οι τρομοκράτες;

Φωνή Β΄ –

Όχι, οι μπάτσοι είναι φρουροί.

Φωνή Α΄ –

Είναι το τάγμα ο τρομοκράτης;

Φωνή Β΄ –  

Όχι, το τάγμα είναι πατρίς.

( Ζήτω η πατρίς )

( Ζήτω η πατρίς )

( Ζήτω )

( Ζήτω ρε )

( Ζήτω… )

( Ε, σας πάνε στο στρατό να σας βάλουν να γαμάτε τα τσουβάλια )

(να σας πω εγώ μαλάκα αν δεν το πείτε )

( Ζήτω ρε )

( Ζήτω η πατρίς )

Φωνή Α΄ –

Είναι η δουλειά μας τρομοκρατία;

Φωνή Β΄ –

Όχι, δουλεία ίσον τιμή.

Φωνή Α΄ – 

Είναι οι παπάδες οι τρομοκράτες;

Φωνή Β΄ –

Όχι, θρησκεία είναι τα θεία

Φωνή Α΄ –

Μήπως οι νόμοι τρομοκρατούν;

Φωνή Β΄ –  

Όχι, οι νόμοι νομοθετούν

Φωνή Α΄ –

Τρομοκρατία ίσον βουλή;

Φωνή Β΄ –   

Μα όχι, βουλή μας είναι η ψήφος

Όλοι –

Κι ο ψηφοφόρος θανατηφόρος!!!

Φωνή –

Το είπε κι ο πρώτος μουγγός μασκοφόρος αυτό.

Όλοι –

Είμαστε τρομοκράτες, είμαστε τρομοκράτες

Κι οι μασκοφόροι εργάτες τρομοκράτες ήταν κι αυτοί,

Με την τρομοκρατία πεθαίνει η εξουσία

Δεν θέλουμε εκκλησία, αστυνομία, στρατό και βουλή.

Φωνή Α΄ –  

Τρομοκρατία ίσον Δαφνί;

Φωνή Β΄ –

Όχι, βαρά και ψυχοσορροπεί

Κι αφού μας μοντάρει! Ξανά στη γραμμή

Φωνή Α΄ –    

Μα τότε σχολείο σημαίνει και τρόμος!!!

Φωνή Β΄ –

Όχι. Διδάσκεστε πίστιν στους νόμους

Φωνή Α΄ –

Τρομοκρατούνε οι δικασταί;

Φωνή Β΄ – 

Μα, δικασταί μας είναι η έδρα.

Φωνή Α΄ – 

Μα, μήπως τέλοσπάντων η έδρα ισοπεδώνει;

Όλοι –  

Όχι. Η έδρα μας σουλουπώνει, μας καλιγώνει,

Μας το βιδώνει γερά το τιμόνι στα μπισινά!!

Όλοι – 

Εν-δύο-τρία-εμπρός με χαρά.

Κράτος, σχολεία, θρησκεία, στρατός

Νομοθετούνε για μας ευτυχία

Τα συνδικάτα το κόμμα φραγμός

Κάντε εμετό και νιώστε αηδία.

Φωνή –     

Για να μπορέσει επιτέλους ( γαμώ το κέρατό μου ) να σηκώσει

Το κεφάλι ο τρομοκράτης που είναι μέσα μας

( και κοιμάτε ο καργιόλης ).

Όλοι –

Είμαστε τρομοκράτες όλοι-όλοι,

Είμαστε τρομοκράτες με πρώτο το Μανώλη.

Φωνή – 

Ποιος είναι ο τρομοκράτης, ποιος;

Όλοι –  

Ο χαχόλης ο Μανώλης ο φαιδροπαιδαράς

Γιατί ποτέ δεν δέχτηκε να γίνει

Βρωμοποδαράς…

Πας φιρί φιρί

Πας φιρί φιρί γυρεύοντας με τα μαύρα σου τα μάτια

Δέκα πιάτα στο κεφάλι μου κι άλλα τέσσερα κανάτια

Πας φιρί φιρί γυρεύοντας να με κάνεις ν’ αγριέψω

Έχω και τις πεποιθήσεις μου, μα στο τέλος θα στις βρέξω.

Αλλά σώπα και μη μου την βγαίνεις στην κόντρα

Αν βαρούσα κι εγώ, δεν θα ήσουνα εδώ

Έχεις γλώσσα σκληρή που σκοτώνει σαν κόμπρα

Κι όσο πείσμα εσύ, άλλο τόσο κι εγώ.

Τέτοιος χαλασμός που έγινε κι ήρθαμε κι ισοπαλία

Κι απ’ την ταραχή κουνήθηκε όλη η πολυκατοικία

Σχολιάζουνε οι γείτονες κι απορούν κι οι αστυνόμοι

Πως οι δυο μας δεν χωρίζουμε κι αγαπιόμαστε ακόμη.

Μία τέτοια σκηνή να τη δεις στην οθόνη

Μα σαν παίξεις κι εσύ, θα σκιστεί το πανί

Έχε χάρη που δεν αγαπώ καμιά άλλη

Κι απ’ τώρα μας κλαιν και τα ψώνια του Ζεν.

Στα δελτία των ειδήσεων θα με γράψουν σαν σε σφάξω

Πας φιρί φιρί μου φαίνεται την ψυχή σου ν’ αναπάψω

Μου ‘ρθε κρίση και παλάβωσα, μη με βάζεις ν’ αμαρτήσω

Πας φιρί φιρί γυρεύοντας στα μπουντρούμια να σαπίσω.

Αλλά σώπα και μη μου την βγαίνεις στην κόντρα

Θα βαρέσω κι εγώ, κι απαιτώ σεβασμό

Είναι κάτι φορές που φτηνά τη γλιτώνεις

Με πέντε-έξι μπουνιές και δυο-τρεις μελανιές.

Οϊμέ

Οϊμέ, οϊμέ, πως έγινε

Οϊμέ, τίποτα δεν έμεινε

Από μένα ζωή

Κι έχω πια παραδοθεί.

Πόσο ξένοι γίναμε…

Ποιος θα το πίστευε πως όλα τελειώσανε

Κι ούτε που πονάω πια.

Είναι αυτο-δύναμη και αδυναμία μου

Κι έγινε πια ύπαρξη

Με την πάροδο του πόνου η ανυπαρξία μου.

Προτιμώ, προτιμώ να μην ξέρω κανέναν.

Κι όσα έζησα, πέρα τα πέταξα!

Είναι αυτο-ύπνωση και αταραξία μου

Είναι κι επαγρύπνηση

Κι η κοπή μου από το θρόνο, η ελευθερία μου.

Οϊμέ, οϊμέ, πως έλιωσα.

Οϊμέ, τ’ άλογο μου σέλωσα

Δεν πατάω στη γη

Κι έχω αποξενωθεί.

Τρέχω σαν τον άνεμο…

Ποιος θα το πίστευε πως αναβαπτίζονται

Στ’ ονειρεματάκι μου.

Είναι στην πέτσα μου και στην φαντασία μου

Είναι και επίγνωση

Κι είναι το παράλογό μου, κι η ανοησία μου.

Αγαπώ, αγαπώ και γυρνάω σε μένα!

Κι όσα πέταξα τα ξαναμάζεψα.

Είναι αυτο-όραση και αναγκαιότητα

Είναι παλιννόστηση

Είναι και η λαφυριά μου στην αιωνιότητα…

Εγώ με τις ιδέες μου

Εγώ με τις ιδέες μου, κι εσείς με τα λεφτά σας

Νομίζω πως τα θέλετε μονά-ζυγά δικά σας

Δεν θέλω την κουβέντα σας, ούτε τη γνωριμία σας.

Θα χτυπήσω εκεί που σας πονάει

Κανένα δεν θ’ αφήσω εμένα να κερνάει

Θα με χρίσω ιππότη και τσεντάι

Και άμα ξεμεθύσω σας λέω και good bye.

Και οι θεοί σαν πείθονται εάν υπάρχει ανάγκα

Για πόλεμο δεν έκανα ποτέ εγώ το μάγκα

Και ούτε νεροπίστολο δεν έχω στην παράγκα.

Θα τραβήξω το δρόμο μου όσο πάει

Κανένα δεν θ’ αφήσω εμένα να κερνάει

Θα απολύσω κι όποιον με περιγελάει

Χιλιάδες-δυο αλήθειες ο πόνος μου γεννάει.

Εγώ στα δίνω έτοιμα, κι εσύ τα θες δικά σου

Λιγούρα που σε έδερνε παρόλα τα λεφτά σου

Και ούτε στο νυχάκι μου δεν φτάνει η αφεντιά σου.

Δεν σε παίρνει εμένα να κοιτάξεις

Χωρίς καμιά ουσία εσύ θα τα τινάξεις

Είσαι θύμα του νόμου και της τάξης

Δεν ξέρεις καν το λόγο για να με υποτάξεις.

Είσαι θύμα του νόμου και της τάξης

Δεν ξέρεις καν το λόγο για να με υποτάξεις.

Μπαταρία

Εκπορνεύεσαι κουρέλι

Στην μπορντέλο κοινωνία

Ξεπουλάς και την ψυχή σου

Για την υπεραφθονία.

Στην καρδιά σου βάλαν φρένα

Το μυαλό σου παίρνει βύσμα

Για χιλιάδες σαν κι εσένα

Θα αρκέσει μια μπρίζα.

Κι η Πνευμονοκονίαση

Κι η Πνευμονοκονίαση

Κι αυτή θα έχει πάψει.

Ρομποτανθρωπομήχανση

Και Ξυπνοπνευματύπνωση

Και χρυσωμένο χάπι.

Θα είσαι με μπαταρία

Να εκτελείς εργασία

Με σούπερ ενημέρωση

Τροφή και διασκέδαση

Θα πλέχεις ευφορία.

Θα είσαι με μπαταρία

Να εκτελείς εργασία

Με σούπερ ενημέρωση

Τροφή και διασκέδαση

Θα πλέχεις ευφορία.

Για κοιτάξτε με σακάτη

Ένα έχω μόνο μάτι

Μου ρουφήξατε το αίμα

Μα ανυπόκριτο έχω βλέμμα.

Αποφασισμένος πάντα

Στην προσωπικιά μου μπάντα

Την ψυχή μου δεν πουλάω

Και το δρόμο μου τραβάω.

Την Πνευμονοκονίαση

Την Πνευμονοκονίαση

Εγώ τη συζητάω

Ρομποτανθρωπομήχανση

Και Ξυπνοπνευματύπνωση

Δεν θέλω να τη φάω.

Ξερνάω την μπαταρία

Δεν εκτελώ εργασία

Δεν θέλω ενημέρωση

Τροφή και διασκέδαση

Γουστάρω ελευθερία.

Ξερνάω την μπαταρία

Δεν εκτελώ εργασία

Δεν θέλω ενημέρωση

Κορσέ και διασκέδαση

Γουστάρω ελευθερία.

Γιουσουρούμ

1. Ήταν οι πόρτες μου δίχως μπαχτσέδες και μεντεσέδες κρατάνε τη γη

Γίναν οι φτέρνες μου σαν τροχαλίες και στον κουβά τους αράζεις εσύ

Αλλάζεις συχνά κάθε τόσο στολή, αλλάζεις οσμή, αλλάζεις σασί

Και η ελπίδα μας έχει θαφτεί σαν το Ντορή μες στο παχνί.

2. Πάγωσε η ψείρα μου και παραπαίουσα, μ’ ένα τικ-τακ μου ματώνει τ’ αυτιά

Όλα με πρόγραμμα, όλα στο σχέδιο, πρωτοκολλήσαμε τον έρωτα

Και θες να πετύχω με μια μπαταριά, χίλια φλουριά, χίλια φλουριά

Για να σου χαρίσω μαντάτα καλά, να ‘χεις αγάπη μου λεφτά.

3. Ποντικοφάρμακο για τους μεγάλους και μουρουνόλαδο για τα παιδιά

Κι έπλεξες σώβρακα για τους φαντάρους και θυσιάστηκες πατριωτικά

Σου στέλνω μήνυμα μ’ ένα ταμ-ταμ να μαγειρεύεις με βιτάμ

Κι ήσουνα γόησσα κι έκανες μπαμ, γι’ αυτό σε ψάχνω στα χαμάμ.

4. Άδειο το βλέμμα σου, κούφιες οι ώρες μας, στα ενυδρεία σε χώσαν ζωή

Συνηθισμένοι καθένας στο ρόλο του, κι η φαντασία μας έχει χαθεί.

Την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ, για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ

Την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ, για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ.

5. Μια διαδήλωση, δέκα μικρόφωνα και τα μεγάφωνα στη διαπασών

Χιλιάδες δίποδα με μαγνητόφωνα κι έχουν λουστεί με την ίδια λοσιόν

Ξεπουληθήκατε στο γιουσουρούμ, για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ

Κι ο εαυτούλης σας πέταξε…βζουμ, ταρατατατζούμ, ταρατατατζούμ.

6. Ω, εποχή μου θυμίζεις τον Καίσαρα κι οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν

Κι όσο γερνώ μπουσουλώ με τα τέσσερα, τα τροχοφόρα με προσπερνούν

Φεύγω και πάω να βρω στο Μπανγκόκ το σύντροφό μου τον Κινγκ-Κονγκ

Μες στο μυαλό μου βαράνε τα γκογκ, μοιάζω με μπάλα του πινγκ-πονγκ.

7. Μας εκτελούνε με σφαίρες ντουμ-ντουμ, σφαίρες ντουμ-ντουμ, σφαίρες ντουμ-ντουμ

Κι εμείς ξεπουλιόμαστε στο γιουσουρούμ, ταρατατατζούμ, για ένα κουστούμ.

Πολεμάτε κοιμισμένα

Φεύγεις άτιμο κι είναι άδικο

Μου κλειδώθηκες κι εσύ στην κριτική.

Κόντεψα κι εγώ να ξεμωραθώ

Μα έμαθα ξανά την υπομονή.

Πολεμάτε κοιμισμένα

Κι είστε σαν μαρμαρωμένα.

Πως να φτάσετε σε μένα

Που κατέχω τα κρυμμένα.

Γρηγορείτε να με βρείτε

Αλλά κι εθελοτυφλείτε.

Είμαι αόρατος για σένα

Ορατός μόνο για μένα.

Θέλεις μπάλωμα, παρανάλωμα

Σύ δεν έγινες ούτε μια φορά.

Πως να σου το πω μοιάζεις θωρηκτό

Σύ δεν πόνεσες όσο με πονάς.

Πολεμάτε κοιμισμένα

Κι είστε σαν μαρμαρωμένα.

Πως να φτάσετε σε μένα

Που κατέχω τα κρυμμένα.

Και του εικοστού αιώνα

Του χαλάω την εικόνα.

Μάθετε να πολεμάτε

Κεί που πάω δεν θα πάτε.

Θέλεις μπάλωμα, παρανάλωμα

Σύ δεν έγινες ούτε μια φορά.

Πως να σου το πω μοιάζεις θωρηκτό

Σύ δεν πόνεσες όσο με πονάς.

Πολεμάτε κοιμισμένα

Κι είστε σαν μαρμαρωμένα.

Πως να φτάσετε σε μένα

Που κατέχω τα κρυμμένα.

Γρηγορείτε να με βρείτε

Αλλά κι εθελοτυφλείτε.

Μάθετε να πολεμάτε

Κεί που πάω δεν θα πάτε.

Το Φανάρι του Διογένη

Είπα κι εγώ ν’ αλλάξω ζωή, ν’ αρχίσω καινούργιο παιχνίδι

Το ‘ξερα πριν κρατούσα γυμνή κι αγνή την καρδιά στο λεπίδι

Και δεν την είδα την πρώτη ελπίδα, να γίνει σπέρμα, να σαρκωθεί.

Στο φανάρι του Διογένη

Κάθεται ένας νιος και περιμένει

Μην το γκρεμίσουν, κι ας τον νομίσουν φονιά

Που ‘χει τόσο ευαίσθητη καρδιά.

Πια δεν γυρνάνε τα χρόνια πίσω βοριά

Νιε μου το φανάρι δεν ‘φελά.

Έτσι κι εγώ θα ψάξω να βρω, βουνίν, φορεσιάν και ντουφέτσι

Με δίχως θυμόν και δίχως μιλιάν, ταφήν να πληρώσω του κλέφτη

Των δεσποτάδων, κυβερνητάδων, χοντροτζεπάδων και δικαστών.

Άλλος μασάει, κι άλλος σωπαίνει

Κι ο σκυφτός λαός να περιμένει

Για τα δεσμά μας, δεν φταίει πάντα η σκλαβιά

Μα η υποταγμένη μας καρδιά

Μ’ ένα φανάρι ξαναγυρνάς τις νυχτιές

Ψάχνεις γι’ ανυπόταχτες ματιές.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s