A Green Observer

Τα τεκταινόμενα από την δική μας προοπτική

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΖΩΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ 22/05/2014

Κάνοντας Follow, θα ενημερώνεστε πρώτοι για κάθε τι νέο. Μπορείτε όποιαδήποτε στιγμή να κάνετε Unfollow

κατάλογος1

Ξεκινώντας, ως εισαγωγή, θα αναφερθούμε στην ύλη της Πλατωνικής «Πολιτείας» : υπό την τριπλή της διάσταση, των προσώπων των καιρών και των τόπων. Άλλωστε πως μπορούμε να παραλείψουμε το γεγονός ότι για την πρώτη συναναστροφή, του Σωκράτη στην Πλατωνική «Πολιτεία», τόπος είναι ο Πειραιάς ενώ για την 2η και την 3η τόπος είναι η πόλη των Αθηνών ;

Όσοι έχουν παρακολουθήσει τον Πλάτωνα, ιδικά του «Νόμους», γνωρίζουν καλά ότι οι παραθαλάσσιοι τόποι έχουν αναγκαστικά ζωή πολυποίκιλη και θορυβώδη, ενώ οι πόλεις που βρίσκονται σε απόσταση από την θάλασσα είναι απαλλαγμένες από αυτά. Αν μάλιστα οι πόλεις ανήκουν και σε τέτοιους θεούς – στους οποίους έχουν αποδοθεί, διότι  είναι δεκτικές των κατεξοχήν φρόνιμων ψυχών, πράγμα ακριβώς που λέει ο ίδιος σχετικά με τον κλήρο της Αθηνάς, τον οποίο επέλεξε η θεά με τη σκέψη ότι θα της δώσει τους κατάλληλους και ξεχωριστούς ανθρώπους-, είναι βέβαιο πασίδηλο ότι η τάξη, η σώφρων ζωή και η λογική θα είναι στοιχεία οικεία μιας τέτοιας πόλης. Αν αυτή είναι η γνώμη του Πλάτωνα και για τα δύο τούτα, τότε δεν θα λέγαμε κάτι αταίριαστο αν υποστηρίζαμε ότι ο τόπος της πρώτης συναναστροφής είναι καταλληλότατος, διότι στην συναναστροφή αυτή, όπως είναι φυσικό, ο λόγος περί δικαιοσύνης και, αν θέλετε, και περί πολιτεύματος δεν ήταν θόρυβος και ταραχή, ούτε απαλλαγμένος από τους σοφιστικούς αγώνες του Σωκράτη που μάχονταν υπέρ της δικαιοσύνης απέναντι στον πολυκέφαλη ύδρα του σοφιστικού τρόπου ζωής, και ανάλογα πάλι για τη θέαση των ίδιων πραγμάτων, η οποία την πρώτη φορά ατένισε στον θορυβώδη τόπο και με πολλές δυσκολίες και η οποία τώρα, αθόρυβη και με τη γαλή που ταιριάζει στην φιλοσοφία, αναχώρησε προς τον εαυτό της και επιδίωξε τη συνεύρεση με τα όμοια της. Ο πρώτος λοιπόν από τους τόπους ταιριάζει με την περιοχή της γενέσεως, ο άλλος με την απαλλαγμένη από τη γένεση αιθέρια περιοχή, όπως θα έλεγε και ο Σωκράτης του «Φαίδωνα». Η ζωή στον Κόσμο της γένεσης, ο υποσελήνιος Κόσμος, είναι ταραγμένη, γεμάτη από ζάλη και τις τρικυμίες που βυθίζουν τις ψυχές, ώστε η ζωή τους να μην είναι απαλλαγμένη από τον θόρυβο και την αναστάτωση, έστω κι αν ζουν κατά Λόγον, ενώ ό άλλος τόπος ανήκει στις ψυχές στις οποίες έλαχε μια καθαρή πια και αβλαβής περίοδος, έστω κι αν θυμούνται ακόμα την ταραχή του Κόσμου της γένεσης και τους αγώνες στους οποίους αποδύθηκαν όταν βρισκόταν στους τόπους εκείνους.

Τους καιρούς και τις περιστάσεις στις οποίες κατέταξε την κάθε συναναστροφή μπορούμε να τις δούμε ως εξής : την πρώτη να την τοποθετεί στον Πειραιά κατά τη γιορτή των Βενδιδείων, και την άλλη στο άστυ κατά τα Παναθήναια. Ή μήπως αγνοούμε ότι τα Βενδίδεια τελούνται προς τιμήν της Αρτέμιδος σύμφωνα με το έθιμο των Θρακών και ότι το όνομα τούτο, το Βένδις, είναι θρακικό ;;

Άλλωστε, και ο Ορφέας μαζί με τα πολλά ονόματα της Σελήνης απέδωσε και τη Βένδι στη θεά : «Η πλουτώνη και η Ευφροσύνη και η ισχυρή Βένδις» αναφέρεται στο ορφικό απόσπασμα Νο. 135.

Τα Παναθήναια τώρα, τα οποία ονομάζει μικρά, έπειτα από τα Βενδίδεια, γίνονται για να τιμήσουν την Αθηνά. Και οι δυο είναι κόρες του Διός, και οι δύο παρθένες, όντας επιπλέον και οι δυο φωτοδότρες, επειδή η μία φέρνει στο φώς τις αφανέρωτες λογικές της φύσεως και η άλλη επειδή ανάβει στις ψυχές το νοητικό φώς : «Αστράφτει από το κράνος και την ασπίδα άσβεστο πυρ» αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάς ραψωδία Ε’, σ.4 σχετικά με την Αθηνά. Επίσης επειδή αφαιρεί την ομίχλη που, όταν υπάρχει, η ψυχή δεν μπορεί να δει ποιο το θεϊκό και ποιο το ανθρώπινο. Καθώς λοιπόν και οι δυο έχουν τέτοιες ιδιότητες, είναι φανερό ότι η μία είναι προστάτιδα της γένεσης, αυτή που γεννά τις λογικές αρχές που συνδέονται με τη δημιουργία του Κόσμου της γένεσης, ενώ η άλλη ανυψώνει τις ψυχές, χορηγεί νου και αληθινή φρόνηση και ασκεί μείζονα εξουσία στον ουρανό, τελειοποιώντας εξ ύψους ολόκληρο τον υποσελήνιο Κόσμο. Για αυτό και η γιορτή των Βενδίδειων θεωρείται ταιριαστή με την πρώτη συναναστροφή που μιμείται την ψυχή η οποία κοσμεί, όχι ωστόσο απαλλαγμένη από την αναστάτωση, την περιοχή της γένεσης.

Αρχικώς λοιπόν για τα Παναθήναια θα πρέπει να ειπωθεί ότι ταιριάζουν με τη δεύτερη και την τρίτη συναναστροφή, που μιμούνται την ψυχή η οποία αναχωρεί στον εαυτό της και συμπτύσσει τη ζωή από τα κάτω προς τον δικό της νου και αντί να κοσμεί τα ανόμοιά της με τα όμοια συνυπάρχει και κοινωνεί με νοήσεις και θεάματα που αρμόζουν σε ευδαίμονες θεατές. Άλλωστε και οι ιερές τελετές που έχουν ξενική καταγωγή ο Πλάτων τις τοποθετεί ως οικείες προς την ψυχή που ζει με ιερό τρόπο ακόμα και στον Κόσμο της γένεσης, στην επαφή της με τις ξενικές τελετές, αυτές της γένεσης και όχι του ουρανού, ενώ την πάτριο τελετή, όπως είναι αυτή των Παναθηναίων την θέτει ως ταιριαστή προς την ψυχή εκείνη η οποία επιστρέφει προς τα οικεία της ήθη και ζει νοητικά και κατά τρόπο που αρμόζει στο «άστρο από όπου ξεκίνησε» κατά την έκφραση του Πλάτωνα στον «Τίμαιο, 42.b». Διότι εκείνα είναι τα πάτρια μέρη για τις ψυχές, αφού και η πατρίδα μας, σύμφωνα με την σπορά της δημιουργίας ως η κάθοδος από τον νοητό Κόσμο στον αισθητό, εκεί βρίσκεται. Δηλαδή ξενικές είναι οι τελετές του Κόσμου της γένεσης, μολονότι κι αυτές αφιερώνονται σε θεούς προστάτες. Αλλά κι απέναντι τους πρέπει να εκπληρώνει τα πρέποντα ο νουνεχής, να προσβλέπει σε εκείνες και να επιστρέφει το ταχύτερο, όπως έκανε ο Σωκράτης, που συμμετείχε βέβαια στην γιορτή τους αλλά, αφού προσευχήθηκε και παρακολούθησε, επέστρεψε αμέσως στην πόλη του, και όλα αυτά υπό το πρίσμα πάντα του τι μιμούνται όλα τούτα όπως δείξαμε και πιο πάνω.

Έχοντας κατά νου όμως ότι η πολιτεία αντιστοιχεί στον σύμπαν Κόσμο, πρέπει βεβαίως να θεωρήσουμε ότι ακόμη και ο αναφερόμενος πόλεμος Ελλήνων Ατλαντίνων ενυπάρχει σε ολόκληρη την Φύση, γιατί η πολιτεία αντιστοιχεί στην ύπαρξη και στις ουσίες, ενώ ο πόλεμος αντιστοιχεί στις δυνάμεις και στις πάντοτε ίδιες κινήσεις των ουσιών. Πρέπει επίσης να ξέρουμε ότι εκείνη η πολιτεία που κάνει τα πάντα κοινά αντιστοιχεί στην καθολική ένωση, ενώ ο πόλεμος αντιστοιχεί στην κοσμική διαίρεση και στην δυναστεία του νείκους.

Είτε, λοιπόν, χωρίσεις το σύμπαν στα δύο, στο σωματικό και στο ασώματο, και το ασώματο μέρος στα νοητικά και στα πιο κοντινά στην ύλη, και το σωματικό στον ουρανό και στην γένεσιν, και τον ουρανό στις αντίθετες περιφορές, ενώ την γένεσιν στις αντικείμενες δυνάμεις, είτε θεωρήσεις ότι κατά κάποιον τρόπο αυτή η αντίθεση αφορά τη ζωή μέσα στους εγκόσμιους θεούς ή δαίμονες ή στις ψυχές ή στα σώματα, θα μπορείς παντού να κάνεις τις αναγωγές από τους ανθρώπους στο σύμπαν. Δηλαδή η ιστορία όπως αναφέρεται αποτελούμενη από τους τόπους και τα γεγονότα εν χρόνο συντελεί στην καθολική μελέτη της Φύσεως.

Σε αυτό, όμως, το σημείο θα αντιγράψουμε ένα απόσπασμα από τον «Τίμαιο, 20.e -25.e» του Πλάτωνος ώστε να συνεχίσουμε ορθός και κατανοητά τα όσα θα αναπτύξουμε στη συνέχεια. Λέγει λοιπόν ο Πλάτων :

Κρητίας : Άκουσε λοιπόν, Σωκράτη, μιαν πολύ παράξενη παράδοση, που είναι όμως τελείως αληθινή, όπως την διηγήθηκε κάποτε ο πλέον σοφός από τους επτά σοφούς, ο Σόλων. Αυτός ήτο και συγγενής μας και πολύ φίλος του προπάππου μου Δρωπίδου, όπως και ο ίδιος το λέγει εις πολλά μέρη των ποιημάτων του. Εις τον παππού μου Κριτία είπε, καθώς μας διηγείται ο γέρος, ότι παλαιά κατορθώματα αυτής εδώ της πόλεως των Αθηνών μεγάλα και αξιοθαύμαστα έχουν λησμονηθεί ένεκα της πολυκαιρίας και του θανάτου των ανθρώπων. Ένα μάλιστα ήτο το μεγαλύτερο από όλα. Αυτό τώρα θα έπρεπε να το διηγηθούμε και δια να ανταποδώσουμε εις σε την φιλοξενία και δια να τιμήσουμε ταυτοχρόνως κατά την εορτή  δικαίως και αληθώς την Αθηνά, ως να υμνούμε προς τιμήν της.

Σωκράτης : Καλά λες. Ποιο είναι όμως το κατόρθωμα αυτό που διηγήθηκε ο Κριτίας όχι ως απλή παράδοση αλλά ως πραγματικό γεγονός, που έκαμε η πόλη αυτή κατά την αρχαία εποχή, όπως το άκουσες από τον Σόλωνα ;;

Κρητίας : Εγώ θα σας διηγηθώ μια παλαιά παράδοση που έχω όχι από κανένα νέο άνθρωπο. Ο Κριτίας λοιπόν, καθώς είπε, πλησίαζε τότε τα ενενήντα, εγώ δε ήμουν τότε δέκα ετών. Η ημέρα, που μου διηγήθηκε την ιστορία, έτυχε να είναι η Κουρεώτις των Απατουρίων. Έγινε λοιπόν και τότε αυτό που συνήθως γινόταν με τα παιδιά. Δηλαδή οι πατέρες μας έβαλαν βραβεία δια την απαγγελία ποιημάτων. Απαγγέλθηκαν βέβαια πολλά ποιήματα πολλών ποιητών, αλλά τα περισσότερα παιδιά απάγγειλαν ποιήματα του Σόλωνα που ήσαν νέα εκείνη την εποχή. Κάποιος λοιπόν από τους φράτορας, είτε διότι τότε τα πίστευε πραγματικά είτε διότι ήθελε να φανεί κάπως ευχάριστος στον Κριτία, είπε ότι η γνώμη του πως ο Σόλων ανεδείχθη και σε άλλα ζητήματα σοφότατος, αλλά και στην ποίηση φάνηκε ο πλέον ελευθεριώτατος από όλους τους ποιητές. Ο γέρος τότε, το ενθυμούμαι πολύ καλά, ευχαριστήθηκε υπερβολικά και με χαμόγελο είπε :  Πραγματικά, Αμύνανδρε, αν ο Σόλων δεν ασχολείτο ως εκ περισσού με την ποίηση αλλά με σύστημα και υπομονή όπως άλλοι, και αν είχε ολοκληρώσει την παράδοση που έφερε από την Αίγυπτο, και αν δεν βρισκόταν στην ανάγκη, ένεκα επαναστάσεως και άλλων κακών, την παραμελήσει, τότε, κατά την γνώμη μου τουλάχιστον, ούτε ο Ησίοδος ούτε ο Όμηρος ούτε άλλος κανείς ποιητής θα γίνει καλύτερος από αυτόν. – Και ποια είναι αυτή η παράδοση ; Είπε ο Αμύνανδρος.

– Αφορά ένα μέγιστο και ασφαλώς το πλέον ονομαστό κατόρθωμα από όσα έχει κάμει η πόλις αυτή, απάντησε ο Κριτίας, το οποίο εξετελέσθη μεν αλλά, ένεκα της πολυκαιρίας και της εξαφανίσεως των πρωτεργατών του, η παράδοση περί αυτού δεν διατηρήθηκε μέχρι σήμερα.

– Λέγε μας λοιπόν εξ αρχής, λέγει ο Αμύνανδρος, τι ακριβώς είναι, πως έγινε και από ποιόν το άκουσε ο Σόλων ότι ήταν αληθινό, όπως έλεγαν.

– Στην Αίγυπτο, αρχίζει ο Κριτίας, στο Δέλτα, εκεί που στην κορυφή του διαχωρίζεται το ρεύμα του Νείλου, υπάρχει μια έκταση που λέγεται Σαϊτικός νομός. Η μεγαλύτερη πόλη του νομού αυτού ήταν η Σαϊς, από την οποία κατάγεται και ο βασιλέας Άμασις. Οι κάτοικοι θεωρούν ως αρχηγό της πόλεως τους μια θεά, η οποία στην μεν Αιγυπτιακή γλώσσα ονομάζεται Νηϊθ, στην δε Ελληνική γλώσσα, όπως υποστηρίζουν αυτοί, Αθηνά. Είναι φιλοαθηναίοι και ισχυρίζονται, ότι κατά κάποιον τρόπο είναι συγγενείς τους. Εκεί λοιπόν όταν πήγε ο Σόλων, καθώς είπε, τιμήθηκε με εξαιρετικές τιμές από τους κατοίκους και ζητώντας πληροφορίες δια την παλαιά ιστορία της χώρα από τους ιερείς εκείνους που την γνώριζαν πολύ καλά, ανακάλυψε ότι ούτε αυτός ο ίδιος ούτε άλλος κανείς Έλλην γνώριζε τίποτα σχεδόν δια τα παλαιά. Και όταν κάποτε θέλησε να τους παρασύρει σε συζήτηση για τα παλαιά, άρχισε να τους λέγει για τις αρχαιότατες παραδόσεις των Αθηνών, δια τον Φορωνέα, ο οποίος θεωρήθηκε ως ο πρώτος άνθρωπος, και δια την Νιόβη. Διηγήθηκε επίσης για τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα, πως και διαβίωσαν μετά τον κατακλυσμό, και για τους απογόνους τους, και προσπάθησε να καθορίσει πόσα έτη πέρασαν από όσα έλεγε, και να χρονολογήσει. Κάποιος από τους ιερείς, πολύ ηλικιωμένος, του είπε τότε : «Σόλων, Σόλων σεις οι Έλληνες είσθε αιωνίως παιδία. Κανείς Έλλην δεν είναι γέρος». Ο Σόλων άμα άκουσε αυτά, του είπε : «Πώς γίνεται αυτό, το εννοείς με αυτά που λέγεις ;;». Και εκείνος απάντησε : «Όλοι είσθε νέοι κατά την ψυχή, διότι δεν έχετε μέσα στην ψυχή σας καμία παλαιά γνώση για την αρχαία παράδοση, ούτε και κανένα μάθημα παλαιό από την πολυκαιρία. Αιτία αυτού του φαινομένου είναι η εξής : Πολλές καταστροφές ανθρώπων έχουν γίνει και θα γίνουν από πολλά αίτια, οι πλέον μεγαλύτερες από πυρκαγιές και κατακλυσμούς, και οι μικρότερες από αμέτρητα άλλα αίτια. Π.χ. η παράδοση που επικρατείς στην χώρα ας, ότι δηλαδή κάποτε ο Φαέθων, ο υιός του Ήλιου, αφού έζευξε το άρμα του πατρός του, επειδή δεν είχε την ικανότητα να ακολουθήσει τον ίδιο με τον πατέρα του δρόμο, και τα επί γης πυρπόλησε και αυτός κτυπημένος από τον κεραυνό εφονεύθει, αυτό λέγεται ως μύθος, ενώ η πραγματικότητα είναι η “παράλλαξις” των πέριξ της γης περιφερόμενων ουράνιων σωμάτων και η καταστροφή από το άφθονο πυρ κατά μακροχρόνια διαστήματα των επί της γης ευρισκόμενων όντων. Τότε λοιπόν όσοι κατοικούν εις τα όροι σε υψηλούς και σε ξηρούς τόπους καταστρέφονται περισσότερο από εκείνους που κατοικούν πλησίον των ποταμών και της θαλλάσης. Εις την χώρα μας όμως ο Νείλος, ο οποίος και κατά τα άλλα είναι σωτήρας μας, μας σώζει και σε αυτές τις περιπτώσεις αμηχανίας υπερκχειλίζων. Όταν εξ άλλου οι θεοί, καθαρίζοντες την γη, την καταπλημμυρίζουν με νερά, όσοι βρίσκονται σε όρη σώζονται, όπως π.χ. οι βουκόλοι και οι νομείς [βοσκοί], όσοι όμως κατοικούν στις πόλεις σας παρασύρονται  από του ποταμούς στην θάλασσα. Στην χώρα μας όμως εδώ ούτε τότε ούτε άλλοτε πίπτει εκ των άνω ύδωρ επάνω στην αρούρα [γη], αλλά αντιθέτως φυσικότατα αναδύεται εκ των κάτω προς τα άνω. Εξαιτίας αυτών λοιπόν των αιτιών οι παραδόσεις της χώρας μα λέγεται ότι είναι παλαιότατες. Η αλήθεια όμως είναι ότι σε όλα τα μέρη, όπου ο χειμώνας ή η ζέστη δεν είναι υπερβολικά, υπάρχει πάντοτε το γένος των ανθρώπων, άλλοτε πολυάριθμο και άλλοτε ολιγάριθμο. Όσα ωραία η μεγάλα ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον αξιόλογα έχουν γίνει ή στην χώρα σας ή στην δική μας ή σε άλλον τόπον από όσους γνωρίζουμε εξ ακοής, όλα αυτά είναι από παλαιούς χρόνους γραμμένα εδώ στους ναούς μας και έχουν διασωθεί. Στην χώρα σας όμως καθώς και σε άλλες χώρες, όσα κάθε φορά έχουν διοργανωθεί ώστε να είναι αναγκαία στις πόλεις, έρχεται κατά καθορισμένα χρονικά διαστήματα σαν φοβερά ασθένεια εναντίον τους ρεύμα από τον ουρανό και αφήνει ζωντανούς μόνον τους αγράμματους και άμουσους από εσάς, ώστε γίνεσθε εξ αρχής πάλιν νέοι, χωρίς να γνωρίζετε τίποτα από τα παλαιά που τυχόν έγιναν είτε εις την δική μας είτε στην δική σας χώρα. Όσα λοιπόν είπες προηγουμένως, Σόλων, για τις δικές σας παραδόσεις περί γενεαλογικών, ελάχιστα διαφέρουν από παιδικούς μύθους. Διότι εσείς θυμάστε μόνον έναν κατακλυσμό της γης, μολονότι προηγουμένως έχουν γίνει πολλοί. Κατόπιν δεν γνωρίζεται ότι εις την χώρα σας έζησε το πλέον κάλλιστο και το πλέον άριστο ανθρώπινο γένος, από το οποίον κατάγεσαι και συ και οι συμπολίτες σου, διότι τέλοσπάντων διεσώθηκε ολίγον σπέρμα. Εσείς όμως το ξεχάσατε, διότι και οι απόγονοι των διασωθέντων επί πολλές γενεές απέθνησκον χωρίς να γνωρίζουν να γράφουν. Διότι κάποτε, Σόλων, πριν από τον μεγάλο κατακλυσμό, η σημερινή πόλη των Αθηνών υπήρξε άριστη στον πόλεμο και γενικώς εις την διακυβέρνηση της ήτο τέλεια. Στην πόλη εκείνη λέγεται ότι έγινα κάλλιστα έργα και διαμορφώθηκαν τα πλέον άριστα, από όσα ημείς έχουμε ακούσει ότι υπήρξαν υπό τον ουρανό.

Άμα άκουσε αυτά ο Σόλων, όπως μου είπε, θαύμασε και έδειξε πολύ μεγάλη προθυμία να μάθει περισσότερα, παρακαλώντας τους ιερείς να του διηγηθούν όλα γενικώς και με κάθε λεπτομέρεια δια τους αρχαίους συμπολίτες του. Ο ιερεύς λοιπόν του είπε : «δεν υπάρχει λόγος να μην το κάμω, Σόλων, αλλά θα σου τα πω και προς χάριν σου και χάριν της πόλεώς σας, προ πάντων όμως χάριν της θεάς, η οποία και την δική σας και την δική μας χώρα προστάτευσε και ανέθρεψε και εκπαίδευσε, την δική σας χίλια έτη πρωτύτερα, αφού πείρε το σπέρμα δια σας από την γη και τον Ήφαιστο, και αργότερα την δική μας. Εις τα ιερά μας βιβλία είναι γραμμένο, ότι η διοργάνωση εδώ πόλεως έγινε προ οκτώ χιλιάδων ετών. Θα σου διηγηθώ λοιπόν με λίγα λόγια δια τους νόμους που είχαν και δια το πλέον κάλλιστο που έκαναν οι προ εννέα χιλιάδες έτη συμπολίτες σου. Άλλοτε, όταν θα έχουμε ευκαιρία, θα πούμε τις λεπτομέρειες για όλα αυτά, αφού θα έχουμε εμπρός μας τα ίδια τα κείμενα. Τους νόμους λοιπόν της πόλεως εκείνης εξέτασέ τους εν αντιπαραβολή προς τους εδώ. Διότι θα βρεις εδώ πολλά παραδείγματα των νόμων που υπήρχαν τότε στην πόλη σας. Εν πρώτοις θα δεις ότι το ιερατικό γένος είναι τελείως ξεχωριστό από τα άλλα. Ύστερα από αυτά και η τάξις των δημιουργών είναι ξεχωριστά οργανωμένη, διότι εργάζεται απομονωμένη από τις άλλες, χωρίς να αναμιγνύεται με αυτές. Το ίδιο και η τάξη τον νομέων [βοσκών], των θηρευτών και των γεωργών. Ασφαλώς έχεις αντιληφθεί ότι και η τάξη των πολεμιστών εδώ είναι ξεχωριστή από τις άλλες, και ότι σε αυτούς κατά νόμο δεν επιτρέπεται να ασχολούνται εις τίποτα άλλο εκτός από τον πόλεμο. Θα παρατηρήσεις εξ άλλου, ότι ο οπλισμός τους είναι ασπίδες και δόρατα, με τα οποία πρώτοι από όλους τους Ασιάτες οπλιστήκαμε εμείς, διότι μας δίδαξε η θεά, όπως είχε διδάξει και εσάς πρώτους σε εκείνους τους τόπους. Όσον αφορά την μόρφωση, βλέπεις βέβαια πόσην φροντίδα κατέβαλε εξ αρχής ο νόμος δια την τακτοποίηση των πάντων, μέχρι της μαντικής και της ιατρικής που ασχολείται με την υγεία, αφού εφάρμοσε τις θείες αυτές επιστήμες στις ανθρώπινες ανάγκες και συστηματοποίησε όλες τις γνώσεις που προέρχονται από αυτές.

Η θεά λοιπόν ίδρυσε πρώτη την δική σας πόλη, αφού εφάρμοσε όλη αυτή την οργάνωση και τακτική, διάλεξε τον τόπο όπου γεννηθήκατε, αφού πρόσεξε καλά την ευκρασία των εποχών του έτους και κατανόησε, ότι θα αναδείξει ανθρώπους πολύ συνετούς. Ζούσαν λοιπόν στην πόλη τους χρησιμοποιώντας τους αυτούς νόμους και διοικούμενοι πάρα πολύ καλά, και είχαν υπερβάλει όλους τους ανθρώπους σε κάθε είδος αρετής, όπως ήταν φυσικό, αφού ήσαν γέννημα και θρέμμα θεών.

Θαυμάζοντε λοιπόν πολλά και μεγάλα έργα της πόλεως σας γραμμένα εδώ, ένα όμως υπερέχει κατά το μέγεθος και την αρετή. Λέγουν δηλαδή τα βιβλία μας, πόση εχθρική δύναμη κατέστρεψε κάποτε η πόλη σας, δύναμη, η οποία με αλαζονεία, αφού εξόρμησε από έξω, από τον Ατλαντικό ωκεανό, ερχόμενη  ταυτοχρόνως κατά της Ευρώπης και της Ασίας. Διότι τότε το εκεί πέλαγος μπορούσε κανείς να το περάσει, επειδή εις την είσοδο του, την οποία εσείς ονομάζεται στήλες του Ηρακλέους, είχε μια νήσο. Η νήσος αυτή ήταν μεγαλύτερη από την Λιβύη και την Ασία ενωμένες, και από αυτήν ξεκινώντας οι τότε άνθρωποι μπορούσαν να αποβιβασθούν στα άλλα νησιά, και από αυτά κατόπιν σε ολόκληρη την απέναντι ήπειρο την βρισκόμενη γύρω από τον αληθινό εκείνο ωκεανό. Διότι τα μέρη αυτά που βρίσκονται ενταύθεν του στομίου που αναφέραμε, φαίνονται σαν λιμάνι με κάποια στενή είσοδο. Τα εκείθε όμως του στομίου είναι πραγματικός ωκεανός, και η ξηρά που τα περικλείει πολύ δικαιολογημένα και αληθώς δύναται να ονομασθεί ήπειρος. Σε αυτή την νήσο λοιπόν Ατλαντίδα οργανώθηκε μεγάλη και αξιοθαύμαστη δύναμη βασιλέων, η οποία κυριάρχησε σε ολόκληρο το νησί καθώς και σε πολλές άλλες νήσους και τμήματα της ηπείρου. Εκτός τούτων οι βασιλείς εκείνοι εξουσίαζαν, από τα εντεύθεν του στομίου μέρη, την Λιβύη μέχρι την Αίγυπτο και την Ευρώπη μέχρι της Τυρρηνίας. Ολόκληρος λοιπόν η δύναμη αυτή, αφού συγκεντρώθηκε και ενοποιήθηκε, επιχείρησε τότε με μια εξόρμηση της να υποδουλώσει και τον δικό μας τόπον και τον δικό σας και ολόκληρο των ενταύθεν του στομίου. Την εποχή εκείνη, Σόλων, η δύναμη της πόλεως σου αναδείχθηκε εξαιρετική μεταξύ όλων των ανθρώπων και εξαιτίας της αρετής της και εξαιτίας της ανδρείας της. διότι, αφού ξεπέρασε όλους κατά την ανδρεία και τις πολεμικές τέχνες, είτε αρχηγεύουσα των Ελλήνων είτε και τελείως μόνη της, κατ’ ανάγκη, διότι οι άλλοι την εγκατέλειψαν, αφού έφθασε στο χείλος της καταστροφής, κατανίκησε τους επιδρομείς, έστησε τρόπαια εναντίον τους, εμπόδισε να υποδουλωθούν όσοι ακόμη δεν είχαν υποδουλωθεί και απελευθέρωσε, χωρίς καμία αξίωση, όλους εμάς τους άλλους που είμεθα ενταύθεν των Ηρακλείων στηλών. Μετά παρέλευσιν αρκετού χρόνου όμως έγιναν φοβεροί σεισμοί και κατακλησμοί και εντός ενός τρομερού ημερονύκτιου ολόκληρος ο στρατός σας ετάφη στην γη, και εξαφανίστηκε επίσης βυθισθείσα στην θάλασσα η νήσος Ατλαντίδα. Δια αυτό ακριβώς και τώρα το μέρος εκείνο του ωκεανού είναι αδιάβατο και αδιερεύνητο, διότι εμποδίζει ο πολύ ολίγον από την επιφάνεια πηλός, τον οποίο δημιούργησε η νήσος, όταν κατεβυθίστη.» …..

Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι η γιορτή της Αθηνάς, τα Παναθήναια, εμπεριέχει και αυτή έναν συμβολισμό των δημιουργικών έργων. Γιατί αυτή η θεά συγκρατεί ολόκληρη την κοσμογονία και έχει μέσα της νοητικές ζωές, με τις οποίες υφαίνει το σύμπαν, και ενωτικές δυνάμεις, με τις οποίες εποπτεύει όλες τις εγκόσμιες αντιθέσεις. Η γιορτή της Αθηνάς υποδεικνύει τη χορηγία που προέρχεται από την θεά και απλώνεται στα πάντα και γεμίζει τα πάντα με τον εαυτό της, καθώς και την ένωση που διέπει κάθε ποικιλία. Και αυτό καθώς στις γιορτές ασπαζόμαστε την κοινή και ομόθυμη ζωή.

Από αυτά όλα μπορούμε να αναχθούμε στην ποικίλη και ενιαία ζωή του Κόσμου και να διακρίνουμε την διαφορά του πλατωνικού «Παρμενίδη» από τον πλατωνικό «Τίμαιο». Γιατί και των δύο η υπόθεση εκτυλίσσεται κατά τα Παναθήναια, ο «Παρμενίδης» κατά τα μεγάλα  – γιατί αυτά τελούνταν όπως είπαμε τον ίδιο καιρό με τα Βενδίδεια – και ο «Τίμαιος» κατά τα μικρά. Γιατί, καθώς η δημιουργική δραστηριότητα της Αθηνάς είναι διπλή, καθολική και μερική, υπερκόσμια και εγκόσμια, νοητή και αισθητή, ο «Παρμενίδης» του Πλάτωνα αντιστοιχεί στις εξηρημένες [υπερβατικές] της δημιουργίες, αναδεικνύοντας τις νοητικές σειρές των θεών, ενώ ο «Τίμαιος» του Πλάτωνα αντιστοιχεί στις υποβιβασμένες, παρουσιάζοντας τις περί τον Κόσμο δυνάμεις των θεών. Η δε γιορτή των Βενδίδειων δηλώνει την εναντίωση του βαρβαρικού κύματος που εισβάλει από έξω στο σύμπαν και καταστέλλεται από τους θεούς που εποπτεύουν την γιορτή. Για αυτό άλλωστε και έχει λεχθεί ότι η γιορτή τελείται στον Πειραιά, ως απολύτως οικεία περιοχή με τις τελευταίες και πιο υλικές περιοχές του σύμπαντος, ενώ η γιορτή των Παναθηναίων συμβολίζει την τάξη που από τον Νου κατεβαίνει στον Κόσμο, καθώς και την αδιατάρακτη διάκριση των κοσμικών αντιθέσεων. Γιατί η Αθηνά φιλόσοφος άμα και φιλοπόλεμος είναι.

Αυτή, λοιπόν, η ιστορία σαν άλλο πέπλο που εμπεριέχει τον πόλεμο, στον οποίο νικούν οι τρόφιμοι της Αθηνάς, αφιερώνεται στην θεά, όπως ακριβώς εκείνο το πέπλο των Παναθηναίων έχει τους Γίγαντες να νικιούνται από τους Ολύμπιους θεούς, και αποδίδεται σαν ύμνος δίκαιος και αληθινός στην θεά. «Δίκαιος»  επειδή πρέπει καθετί που παράγεται να επιστρέφει στην δική του αρχή, και «αληθινός» επειδή ο ύμνος έχει παρθεί από την πραγματικότητα και τα όντως Όντα. Επειδή, όμως, άλλοι ύμνοι υμνούν την ουσία και άλλοι την πρόνοια των θεών, ενώ άλλοι εγκωμιάζουν τα έργα που προέρχονται από αυτούς, και είναι αυτός ο ύμνος το τελευταίο της εξύμνησης – γιατί όπως λέγει ο Σωκράτης στο πλατωνικό «Συμπόσιο,198.d » οι εξυμνήσεις της ουσίας υπερέχουν από όλες – εύλογα προσέθεσε το «σαν να την υμνούμε». Γιατί θα θελήσει να υμνήσει τη θεά από αυτά που έκαναν οι Αθηναίοι. Ότι, εξάλλου, τα Παναθήναια γίνονται μετά τα Βενδίδεια, το λένε οι υπομνηματιστές. Ο Αριστοκλής από την Ρόδο μαρτυρά ότι τα Βενδίδεια τελούνταν την εικοστή μέρα του μήνα Θεργηλίωνα,  15 Μαΐου  – 15 Ιούνιου, στον Πειραιά και ότι ακολουθούσαν οι εορτές για την Αθηνά.

Αν μάλιστα πρέπει να αναφερθούμε εκτενέστερα θα πούμε ότι η δεκάδα, τα 10 έτη του 2ου Κριτία, δηλώνει την επιστροφή όλων των εγκόσμιων προς το Ένα, ενώ η ενενηντάδα, των ετών του 1ου Κριτία, την αποκατάσταση και πάλι στην μονάδα ταυτόχρονα με την πρόοδο, ενώ και οι δυο αριθμοί αποτελούν σύμβολο του Κόσμου. Αν λοιπόν πούμε και για αυτά θα πούμε ότι ο Σόλωνας αναλογεί προς την αιτία της παραμονής, ο 1ος Κριτίας προς την αιτία που χορηγεί τις προόδους και ο 2ος Κριτίας προς την αιτία που γυρίζει πίσω αυτά που προέκυψαν και τα συνδέει με τις αρχές. Και ο μεν 1οςος της αιτίας που έρχεται σε επαφή με την κοσμογονία παραμένοντας η ίδια ανεξάρτητη, και ο 3ος της αιτίας που φροντίζει πλέον το σύμπαν και εποπτεύει τον πόλεμο μέσα σε αυτό. Άλλωστε τα πρόσωπα που έσωσαν την ιστορία ή μυθολογία τούτη είναι τρία, ο Σόλωνας, ο παλαιός Κριτίας και ο νέος Κριτίας, επειδή τα αίτια της κοσμογονίας, τα οποία τελειοποιούν τα όντα που τα ίδια διοικούν, βρίσκονται στην κορυφή αποτελώντας έναν τέλειο αριθμό. Ωστόσο, από τον Σόλωνα την άκουσε ο Κριτίας, ένας από έναν, από τον Κριτία δύο, ο Κριτίας και ο Αμύνανδρος, και από αυτόν τον Κριτία τρείς. Γιατί μέσω της δυάδας η μονάδα προχωρά προς την τελειοποιητική πρόνοια των πάντων, παίζει τον ρόλο της ηγεμονικής αιτίας ενώ ο 2ος της αιτίας που έρχεται σε επαφή με την κοσμογονία παραμένοντας η ίδια ανεξάρτητη, και ο 3ος της αιτίας που φροντίζει πλέον το σύμπαν και εποπτεύει τον πόλεμο μέσα σε αυτό. Άλλωστε τα πρόσωπα που έσωσαν την ιστορία ή μυθολογία τούτη είναι τρία, ο Σόλωνας, ο παλαιός Κριτίας και ο νέος Κριτίας, επειδή τα αίτια της κοσμογονίας, τα οποία τελειοποιούν τα όντα που τα ίδια διοικούν, βρίσκονται στην κορυφή αποτελώντας έναν τέλειο αριθμό. Ωστόσο, από τον Σόλωνα την άκουσε ο Κριτίας, ένα από έναν, από τον Κριτία δύο, ο Κριτίας και ο Αμύνανδρος, και από αυτόν τον Κριτία τρείς. Γιατί μέσω της δυάδας η μονάδα προχωρά προς την τελειοποιητική πρόνοια των πάντων.

Και για να συμπληρώσουμε την αναφορά μας σε αυτό το θέμα δεν θα παραλείψουμε να αναφερθούμε και στα Απατούρια, μια γιορτή πολιτική που γινόταν κατά τον μήνα Πυανεψίωνα, 15 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου, προς τιμήν της Απατουρίας Αθηνάς, του Διός Φρατρίου και του Μελαναίγιδος Διονύσου, αφορμή της ήταν η μονομαχία του Μέλανθου και του Ξάνθου από την Βοιωτία και η νίκη του Μέλανθου με απάτη, όταν οι Βοιωτοί και οι Αθηναίοι πολεμούσαν μεταξύ τους για την Οινόη. Γιόρταζαν τρεις ημέρες, εκ των οποίων η πρώτη ημέρα ονομάζονταν Ανάρρυση, επειδή διεξάγονταν πολλές θυσίες κατά τη διάρκεια της και τα θύματα τα ονόμαζαν αναρρύματα, επειδή έρρυαν, δηλαδή τραβούσαν τον λαιμό τους προς τα πάνω για να θυσιαστούν. Η δεύτερη ημέρα ονομάζονταν Δορπία, γιατί κατά τη διάρκεια της γινόταν πολλά τραπέζια και δείπνα [δόρπια]. Η τρίτη ημέρα ονομάζονταν Κουρεώτις [Κουρεώτιδα], γιατί κατά την διάρκειά της ενέγραφαν τους κούρους, δηλαδή τα μικρά αγόρια, που ήταν τριών ή τεσσάρων ετών στους φράτερες. Την ίδια ημέρα γινόταν και έλεγχος της προόδου των φοιτούντων στα σχολεία παιδιών και απαγγέλλονταν διάφορα ποιήματα και χωρία διαφόρων συγγραφέων. Οι μαθητές που αρίστευαν βραβεύονταν.

Όσο για τους φράτερες πρέπει να γνωρίζουμε αυτό : μετά τον Ίωνα οι φυλές  ήταν τέσσερεις, ότι από τον Κλεισθένη έγιναν δέκα, και κατόπι έγιναν δώδεκα. Κάθε φυλή χωρίστηκε στα τρία. Το ένα τρίτο της φυλής ονομάστηκε τριττύς και έπειτα πατρία ή φατρία, και φράτερες αυτού που άνηκαν στην ίδια φυλή και φατρία, επειδή ήταν συγγενείς μεταξύ τους, και σε αυτούς τους φράτερες γινόταν η εγγραφή των αγοριών. Και από τότε η μέρα ονομάστηκε Κουρεώτιδα από τα παιδιά που εγγράφονται, όπως είπαμε.

Η γιορτή, λοιπόν, των Απατουρίων, η οποία έχει σαν αφορμή την νίκη των Αθηναίων, ταιριάζει στο θέμα της ιστορίας, σύμφωνα με το οποίο οι Αθηναίοι νικούν και όλα τα νοητικά κυριαρχούν στα υλικά. Το δε στοιχείο της απάτης ταιριάζει στα εγκόσμια είδη που απομακρύνονται από τις αδιαίρετες και άυλες λογικές αρχές και που γίνονται φαινομενικά αντί για αληθινά όντα. Η εγγραφή των παιδιών στους φράτερες μιμείται τις κατατάξεις των επιμέρους ψυχών στους δικούς τους κλήρους και τις καθόδους τους στις ποικιλόμορφες γεννήσεις, ενώ το στοιχείο της γιορτής συμβολίζει την αιώνια ευταξία του Κόσμου. Γιατί ο Κόσμος είναι πάντα γεμάτος από τους θεούς και έχει αιώνια γιορτή. Ο «αγώνας της απαγγελίας» αντιστοιχεί στους αγώνες που υπομένουν οι ψυχές οι οποίες συνυφαίνουν τη ζωή του σύμπαντος η οποία πλέκεται και υφαίνεται. Γιατί η ζωή του σύμπαντος περιέχει τη μίμηση των νοητικών ειδών, όπως η απαγγελία περιέχει τη μίμηση ηρωικών πράξεων και ηθών, ενώ ταυτόχρονα έχει αυτήν την πλοκή αρμονικών διαμορφωμένη. Τα «πολλά ποιήματα» των «πολλών ποιητών» συμβολίζουν τις πολλαπλές φύσεις και τις πολλαπλές εγκόσμιες λογικές ρυθμιστικές αρχές και γενικά τη διαίρεση των απομιμήσεων μέσα στην φύση, ενώ τα «νέα» ποιήματα συμβολίζουν τα είδη που είναι διαρκώς ακμαία, διαρκώς τέλεια και γόνιμα, και μπορούν να δρουν πάνω σε άλλα πράγματα.

Από όλα μαζί όσα έχουν ειπωθεί το χωρίο αναφέρεται στο σύμπαν και με σύμβολα λέει το εξής : στον πόλεμο που λαμβάνει χώρα στον Κόσμο συμβάλουν κάπως και οι επιμέρους ψυχές, οι επιμέρους φύσεις και τα επιμέρους είδη και από αυτά κυρίως όσα είναι διαρκώς νέα και δραστήρια, ενώ όλα αυτά συγκρατούνται από τους θεούς που εποπτεύουν τη δημιουργία και συμπαρατάσσονται για να σχηματίσουν τον ένα Κόσμο, τη μια αρμονία και την μία τέλεια ζωή.

Γίνεται πλέον κατανοητό και το γεγονός ότι ενώ στις αττικές παραδόσεις και στα Μυστήρια περιγράφεται ο πόλεμος με τους Γίγαντες και ο ηρωισμός της Αθηνάς στη μάχη με αυτούς, επειδή μαζί με τον πατέρα της αντιμετώπισε τους Γίγαντες και τους Τιτάνες, ο Πλάτωνας δεν θεώρησε ότι είναι ασφαλές να εισαγάγει  άμεσα έναν πόλεμο μεταξύ των θεών αλλά παρουσιάζει, μέσω της αναλογίας μεταξύ των ανθρώπινων και θεϊκών πραγμάτων, και αυτόν τον πόλεμο πριν από την κοσμογονία, εισάγοντας στην θέση της Αθηνάς και των Ολύμπιων θεών τους Αθηναίους και στην θέση των Τιτάνων και των Γιγάντων τους Ατλαντίνους – γιατί μπορεί να παρατηρήσει κανείς και στις εικόνες τα ίδια που υπάρχουν στο σύμπαν – και, για να υπενθυμίσει την αναλογία, με το όνομα των Αθηναίων ανάγει τους ακροατές στην ολύμπια σειρά εκείνη που κυβερνιέται από την Αθηνά, και με το όνομα των Ατλαντίνων στους τιτανικούς θεούς. Γιατί ένας και μάλιστα ο μεγαλύτερος από τους τιτανικούς θεούς είναι ο Άτλαντας. Γιατί και οι θεολόγοι των Ελλήνων, μετά τον διαμελισμό του Διονύσου που δηλώνει τη διαιρεμένη πρόοδο του Διός μέσα στο σύμπαν μετά την αδιαίρετη δημιουργία, λένε ότι άλλοι Τιτάνες έλαβαν διαφορετικούς κλήρους και οι Άτλαντες τοποθετήθηκαν στα μέρη της δύσης να σηκώνει τον ουρανό : «ο Άτλαντας μετά από ισχυρό καταναγκασμό κρατά τον πλατύ ουρανό στα πέρατα της γης» διαβάζουμε στην «Θεογονία, 517» του Ησιόδου.

Επιπλέον έχει εξυμνηθεί από του Αθηναίους η νίκη της Αθηνάς και εορτάζονταν σαν να νικήθηκε ο Ποσειδώνας από την Αθηνά και η γενεσιουργός τάξη να υποτάχτηκε στην νοητική και οι κάτοικοι της χώρας αυτής, μετά την εξασφάλιση των αναγκαίων, να έσπευσαν προς την νοητική ζωή. Γιατί ο Ποσειδώνας είναι επόπτης της γενέσεως [γίγνεσθαι] που συμβολίζεται με την θάλασσα που συνεχώς αλλάζει μορφή, ενώ η Αθηνά επόπτρια της νοητικής ζωής.

Στον Πατέρα και δημιουργό του Σύμπαντος, δηλαδή στον νοητικό Νου που οι μυθολόγοι ονομάζουν Ζευς-Δια, εμφανίζονται – εντός του – πολλές ενιαίες τάξεις θεών, φρουρητικών, δημιουργικών, ανυψωτικών, συνεκτικών, τελειοποιητικών, καθώς και αυτή η μία άχραντη και αδάμαστη θεότητα των πρώτων νοητικών ενάδων που υπάρχουν σε αυτόν, με βάση  την οποία και ο ίδιος ο δημιουργός μένει ακλόνητος και αμετάτρεπτος και όλα όσα προέρχονται από αυτόν μετέχουν σε μια αμείλικτη δύναμη. Επίσης με βάση αυτήν νοεί τα πάντα και παραμένει ξεχωριστός και εξηρημένος [υπερβατικός] από όλα τα όντα. Αυτή τη θεότητα όλοι οι Έλληνες θεολόγοι την αποκαλούν Αθηνά, επειδή γεννιέται από το κεφάλι του πατέρα και μένει σε αυτόν, καθώς είναι νόηση δημιουργική, εξηρημένη [υπερβατική] και άυλη – για αυτό και ο Σωκράτης στον «Κρατύλο, 407b» την εξυμνεί ως «Θεονόη» – και επειδή αναπήδησε μαζί με τα πάντα αυτή που διευθετεί με τρόπο άχραντο τα πάντα μαζί με τον δημιουργό και τακτοποιεί το σύμπαν μαζί με τον πατέρα. Και εξαιτίας του πρώτου λένε ότι αγαπάει τη σοφία και εξαιτίας του δεύτερου ότι αγαπά τον πόλεμο. Γιατί αυτή που με ενιαίο τρόπο συγκρατεί ολόκληρη την πατρική σοφία αγαπά τη σοφία, και αυτή που με ενιαίο τρόπο εποπτεύει κάθε αντίθεση εύλογα θα χαρακτηριζόταν φίλη του πολέμου. Για αυτό και ο Ορφέας λέει για τη γέννηση της ότι ο Δίας τη γέννησε από το κεφάλι του «να λάμπει με τα όπλα της χάλκινο άνθος στην όψη».

Επειδή όμως αυτή έπρεπε να προχωρήσει σε δεύτερες και τρίτες τάξεις, εμφανίζεται στην Κόρη με βάση την άχραντη επτάδα και γεννά από τον εαυτό της κάθε αρετή, καθώς και ανυψωτικές δυνάμεις, ενώ εκπέμπει στα κατώτερα τον νου και την άχραντη ζωή. Για αυτό και η Κόρη αποκαλείται «Τριτογενής» και αυτήν ακριβώς την ιδιότητα της «Κόρης» και της καθαρότητας την έλαβε από την ιδιότητά της Αθηνάς. Εμφανίζεται, έπειτα, μέσα στους ανεξάρτητους θεούς, ενοποιώντας με το νοητικό και δημιουργικό φως την τάξη της Σελήνης και κάνοντας την ανέπαφη από τις γεννήσεις και αναδεικνύοντας τη μια ενάδα των ανεξάρτητων θεών απρόσμικτη από τις γεννήσεις. Εμφανίζεται και στον ουρανό και κάτω από τη σελήνη, έχοντας προβάλει παντού αυτή τη διπλή δύναμη ή μάλλον παρέχοντας και στα δυο την αιτία με βάση την ενιαία χορηγία της. Γιατί η αμείλικτη ιδιότητά της είναι νοητική και η υπερβατική της σοφία καθαρή και απρόσμικτη από τα κατώτερα, και ενιαία αυτή η ιδιότητα της πρόνοιας της Αθηνάς κατεβαίνει μέχρι τις τελευταίες τάξεις του σύμπαντος. Καθώς, λοιπόν, οι επιμέρους ψυχές που είναι εξομοιωμένες με αυτήν έχουν προβάλει μια θαυμαστή φρόνηση και επιδεικνύουν μια ασυναγώνιστη δύναμη, τι μπορεί να πει κανείς για τους δαίμονες και για τις θεϊκές τάξεις που ανήκουν στον χορό της, εγκόσμιες, ανεξάρτητες και ηγεμονικές ;; Γιατί όλες σαν από μια πηγή υποδέχονται τις διπλή ιδιότητα αυτής της θεάς. Για αυτό και ο Όμηρος, υποδεικνύοντας με την μυθοπλασία τις δυο αυτές δυνάμεις της, λέει στην Ιλιάδα ραψωδία Ε’ σ. 734 :

«Όμως η Αθηνά, κόρη  του Διός του αιγιδοφόρου,

τον πέπλο άφησε να χυθεί τον απαλό στου πατρός το κατώφλι,

τον ποικιλοστόλιστο που αυτή εποίησε κι απέκαμε με τα χέρια.

Εκείνη χιτώνα ενδυθείσα του νεφεληγερέτου Διός

με όπλα θωρακίσθηκε για τον δακρυόεντα πόλεμο.

Γύρω από τους ώμους έβαλε αιγίδα με θύσανο

δεινή, που από παντού ο Φόβος στεφανώνει,

κι εντός η Έρις, και η Αλκή, και η κρύα Ιωκή,

και της Γοργούς η κεφαλή δεινή πελώρια,

δεινή και φοβερή, Διός σημάδι του αιγιδοφόρου.

Στο κεφάλι περικεφαλαία με λοφίο γύρω έθεσε τετράφαλη

χρυσή, θα χωρούσε από κάτω της στρατιώτες εκατό πόλεων.

Στο φλογερό όχημα με τα πόδια ανέβηε κι έλαβε δόρυ

βαρύ μέγα στιβαρό, με το οποίο δαμάζει στίχες ανδρών

Ηρώων, όσους την κόρη του μεγαλοδύναμου έχουν θυμώσει.».

Γιατί ως «πέπλο», το οποίο αυτή δημιουργεί και στο οποίο δίνει υπόσταση με τις νοήσεις της, πρέπει να εννοήσουμε την νοητική τη σοφία, και ως πολεμικό «χιτώνα του Διός» την δημιουργική πρόνοια που αμετάτρεπτα φροντίζει για τα εγκόσμια και πάντοτε κάνει τα θεϊκότερα να κυριαρχούν σε όσα βρίσκονται μέσα στον Κόσμο. Για αυτό και ο Όμηρος την παρουσιάζει σύμμαχο των Ελλήνων κατά των βαρβάρων, όπως ακριβώς και ο Πλάτωνας την παρουσιάζει σύμμαχο των Αθηναίων κατά των Ατλαντίνων, προκειμένου παντού τα νοητικότερα και θεϊκότερα να επικρατούν στα πιο άλογα και στα λιγότερο σεβαστά. Γιατί και ο Άρης φίλος του πολέμου και της εναντίωσης είναι, αλλά είναι πιο οικείος με την διάκριση και τη διαίρεση, των πραγμάτων. Αντιθέτως η Αθηνά συγκρατεί με την αντίθεση και εκπέμπει την ένωση σε όσα διοικούνται. Για αυτό και τούτη έχει ειπωθεί ότι είναι φιλοπόλεμος με βάση την ένωση, ενώ για τον Άρη έχει ειπωθεί ότι είναι φιλοπόλεμος με βάση τη διαίρεση : «γιατί πάντα σου αρέσει η έριδα, οι πόλεμοι και οι μάχες» λέγει ο Ζευς, στην Ιλιάδα, στον Άρη. Και το 2ο έχει ειπωθεί επειδή ο θεός έλαβε την κορυφή της διάκρισης, ενώ το πρώτο επειδή και τα αντίθετα ενώνονται κατά κάποιο τρόπο λόγω της Αθηνάς, καθώς επικρατούν τα ανώτερα. Για αυτό και οι παλαιοί παρέτασσαν την Νίκη μαζί με την Αθηνά.

Είναι λοιπόν η Αθηνά φιλόσοφος επειδή είναι δημιουργική νόηση και σοφία ξεχωριστή και άυλη – για αυτό και αποκαλείται Μήτις (Ευφυΐα) από τους θεούς. Η ίδια, για παράδειγμα, λέει για τον εαυτό της, στην Ιλιάδα ραψωδία Ν’ σ. 299  : «φημίζομαι για την ευφυΐα και την Πανουργιά μου», ενώ είναι φιλοπόλεμος, επειδή συγκρατεί τις αντιθέσεις που υπάρχουν μέσα στο σύμπαν και είναι αδάμαστη και αμείλικτη θεά. Για αυτό και διατηρεί τον Διόνυσο άχραντο, αντιμετωπίζει τους Γίγαντες μαζί με τον δημιουργό και πατέρα Ζευς-Δία και κινεί μόνη της την ασπίδα του, χωρίς να την προστάξει ο Ζες-Δίας, και έχει προβάλει δόρυ «με το οποίο δαμάζει τις τάξεις των ηρώων ανδρών, με όποιους τυχών θύμωσε η κόρη του δυνατού πατέρα».

Ο ερευνητής βέβαια της πραγματικότητας του Σύμπαντα Κόσμου θα αξιώσει από εμάς να πούμε ότι όλα τα αίτια της τάξης και αυτά που συγκρατούν την αντίθεση ανάγονται σε μια αρχή και πως τα τελευταία μέσω των ενδιάμεσων στηρίζονται στα πρώτα. Έτσι με αυτόν τον τρόπο και εκείνοι που παρέλαβαν την ιστορία – για τους Αθηναίους – από τον παλαιό Κριτία κοιτάζουν προς αυτόν, ενώ εκείνος κοιτάζει προς τον Σόλωνα, και αυτός θαυμάζει την ποιητική δύναμη του Σόλωνα, ενώ εκείνοι ανάγονται στην ποίηση του Σόλωνα μέσω του Κριτία. Γιατί την εγκωμιάζουν κάνοντας χάρη σε αυτόν. Τι όμως λέει ο Κριτίας για τον Σόλωνα ;; Μα τι άλλο από το ότι είναι κατώτερος από τους θεόπνευστους ποιητές για τους δυο εξής λόγους : επειδή χρησιμοποίησε σαν πάρεργο την ποίηση και επειδή, όταν επέστρεψε από την Αίγυπτο, βρήκε την πόλη του παραδομένη σε εμφύλιες διαμάχες και, καθώς φρόντιζε για την πατρίδα του, δεν μπόρεσε να καλλιεργήσει την παράδοση που μετέφερε από την Αίγυπτο στην Αθήνα. Από αυτά μέσω συμβόλων κάνει φανερό ότι καθετί που είναι πρωταρχικά δημιουργικό και ποιητικό έχει πρώτες τις υπόλοιπες ενέργειες και δεύτερη τη δημιουργία που οδηγεί στα κατώτερα, και ότι η ελαττωματικότητα και η αστάθεια της ύλης δεν λαμβάνει πολλές φορές την τάξη που προέρχεται από τα θεϊκότερα αίτια, αλλά κρατά με ασύμμετρο τρόπο την χορηγία από αυτά, για αυτό και προέκυψαν δεύτερες και τρίτες δυνάμεις, οι οποίες από κοντά διευθετούν την σύγχυση της. Ο Σόλων λοιπόν επειδή αποκαλείται «ελευθεριώτατος» και μιμείται της υπερβατικές αιτίες, δεν έχει παραδώσει μέσω της ποίησης του τον πόλεμο των Ατλαντίνων. Ο Κριτίας, όμως, και οι μετέπειτα από αυτόν τον παρουσιάζουν και σε άλλους, μιμούμενοι τις δεύτερες και τις τρίτες αιτίες, οι οποίες κάνουν την ποικιλία των λογικών ρυθμιστικών αρχών του σύμπαντος και την τάξη που έχει διαμορφωθεί από την εναρμόνιση των αντικρουόμενων στοιχείων. Αλλά και το ότι ο Σόλωνας αποκαλείται «σοφότατος» υποδεικνύει την αντιστοιχία του με τις πρώτες αρχές, ενώ το ότι λέγεται «ελευθεριώτατος» απεικονίζει τη δύναμη της ουσίας που είναι υπερβατική και εδραιωμένη στον εαυτό της και που συμπληρώνει τα πάντα μένοντας η ίδια ανεξάρτητη. Και κατά κάποιον τρόπο αυτή η ιδιότητα του «ελευθεριότατου» ως άυλου, ανεξάρτητου και αυτεξούσιου συμβάλει στην σοφία. Βέβαια στον «Τίμαιο» ο παλαιός Κριτίας έχει χαρακτηριστεί «γέροντας» υποδεικνύει την νοητική αιτία που βρίσκεται μακριά από τον Κόσμο του γίγνεσθαι γιατί η φρόνησή του, όπως λέγεται στους «Νόμους, Β’ 653.a», και τα αληθινά δόγματα είναι αγαπητά, ακόμα κι αν εμφανιστούν σε κάποιον στα γεράματα. Το ότι πάλι ο παλαιός Κριτίας «θυμάται πολύ καλά» αποκαλύπτει την διατήρηση των αΐδιων λογικών ρυθμιστικών αρχών και ότι η ενέργεια των κατώτερων αιτιών στηρίζεται μονίμως στα πρώτα αίτια. Το ότι η ποίηση ήταν για τον Σόλωνα πάρεργο δείχνει ότι και στα πρωταρχικά αίτια οι δημιουργίες που οδηγούν στα κατώτερα έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Γιατί πρώτες είναι οι νοητικές τους ενέργειες, με τις οποίες είναι ενωμένα με τα προηγούμενά τους.

Γιατί λοιπόν ο Σόλωνας σπεύδει να αφηγηθεί μέσα στα ποιήματά του τον πόλεμο των Ατλαντίνων ; Μα γιατί πολύ απλά όλα τα φυσικά έργα και η εγκόσμια αντίθεση έχουν λάβει υπόσταση μέσω της μίμησης. Και ο Σόλωνας αντιστοιχεί στα δημιουργικά και πρωταρχικά αίτια της αντίθεσης όπως ο Κριτίας αντιστοιχεί στα πιο κοντινά και κατώτερα.

Και γιατί εμποδίστηκε από τις εμφύλιες συγκρούσεις ; Μα γιατί οι υλικές κινήσεις και ο υλικός θόρυβος στέκονται εμπόδιο στην δημιουργικές ρυθμιστικές αρχές των εγκόσμιων.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ας ξεκινήσουμε από την Αίγυπτο μετά στον Νείλο και από εκεί στο Δέλτα, έπειτα στον Σαϊτικό νομό μετά στην Σάη και τέλος στην Αθήνα. Κατόπιν και αφού παρατηρήσουμε την διαδρομή αυτή θα αναχθούμε μέσω της αντιστοιχίας τους στις πιο υψηλές και πιο περιεκτικές αιτίες της δημιουργίας. Γιατί και αυτήν θα την δούμε να περιέχεται ψηλά μέσα στα πιο καθολικά αίτια και να προχωρά μέχρι τα τελευταία. Παντού θα δούμε τα περιεκτικά να προηγούνται των περιεχομένων τους, καθώς και τα πιο καθολικά των πιο επιμέρους. Θα δούμε επίσης την αδιαίρετη δημιουργία των διαιρεμένων, η οποία ονομάζεται νέα ,εξ ου και νέοι θεοί, και στην οποία και ο Πλατωνικός «Τίμαιος» έχει αναγάγει τον Σόλωνα, ως πατέρα της ιστορίας των Αθηναίων και των Ατλαντίνων, να γεμίζει από αυτά και να λαμβάνει ιδιαιτέρως από την Αθηνά μια άχραντη δύναμη και να γεμίζει με τον εαυτό της ολόκληρη την εγκόσμια ποικιλία. Γιατί γενικά αφού τούτον τον πόλεμο τον έχουμε αναγάγει στην κοσμική αντίθεση καλό θα ήταν να συνεχίσουμε με τον ίδιο τρόπο, έτσι θα αντιστοιχήσουμε ολόκληρη την γνώση των Αιγυπτίων ιερέων με την παλαιότερη δημιουργία η οποία συγκρατεί σταθερά τις λογικές ρυθμιστικές αρχές του σύμπαντος, ενώ τη νέα ιστορία του Σόλωνα, η οποία υπόκειται διαρκώς σε μεταβολές, με την δεύτερη δημιουργία, η οποία εποπτεύει τις κάθε λογής ανακυκλώσεις των εγκόσμιων, θα δούμε πως με τις εικόνες των ανθρώπων και των πραγμάτων τους παρουσιάζεται η διαφορετικότητα των θεϊκών δημιουργιών. Όπως ο Σόλων προτρέπει τον ιερέα στην αποκάλυψη των αρχαίων γεγονότων, και όπως ο ιερέας γνωρίζει όσα από τους Έλληνες θεωρούνται αρχαία και επιπλέον πριν από αυτά όσα είναι πραγματικά αρχαία, έτσι και εκεί ψηλά η νέα δημιουργία έχει στραφεί προς την παλαιότερη και τελειοποιείται από εκείνη, ενώ η παλαιότερη έχει συμπεριλάβει από πριν τα αίτια της κατώτερης και είναι εδραιωμένη πάνω από αυτήν με ακόμα μεγαλύτερες και τελειότερες νοήσεις και δυνάμεις.

Έτσι στην Αίγυπτο αντιστοιχεί ολόκληρη η αόρατη τάξη, η αρχή των ορατών. Το δε Δέλτα του Νείλου σχηματίζεται όταν ο Νείλος από μια ευθεία σχίζεται στην περιοχή του Σαϊτικού νομού προς τα δεξιά και τα αριστερά χύνεται στην θάλασσα, ώστε η υποτείνουσα του τριγώνου να είναι η θάλασσα. Αυτό υποδεικνύει και ο Πλάτωνας όταν λέγει ότι ο Σαϊτικός νομός είναι αυτός «στην κορυφή του οποίου σχίζεται το ρεύμα του Νείλου». Το Δέλτα λοιπόν αντιστοιχεί στην μια ζωογόνο πηγή ολόκληρης της θεϊκής ζωής. Μέσα στα ορατά αντιστοιχεί στο ουράνιο Τρίγωνο που συγκρατεί ολόκληρη την πλάση και γειτνιάζει με τον ουράνιο Κριό, τον οποίο οι Αιγύπτιοι τιμούσαν ιδιαιτέρως λόγω του Άμμωνα που στα αγάλματά τους παρουσιάζεται κριοκέφαλος. Ο Νείλος εδώ αντιστοιχεί στον ζωδιακό κύκλο, επειδή είναι τοποθετημένος κάτω από αυτόν και έχει κλίση όπως εκείνος και με τα δυο παρακλάδια του μιμείται τη λόξωση του και τη διαίρεση του από τα ισημερινά ζώδια. Η Σάις για τους ιερείς των Αιγυπτίων ανάγεται στην Άρκτο, στην περιοχή του νοητού πόλου.

Για την πολιούχο της Αθήνας, λοιπόν, πρέπει να ξέρουμε ότι βγαίνοντας από τα νοητά και νοητικά αίτια (=κεφαλή Διός) μέσω των υπερουράνιων τάξεων προς τις ουράνιες περιοχές και τους κλήρους της γης έλαβε συγγενικούς της τόπους, χωρίς να προσφέρει στον τόπο την επιστασία της ως συμπτωματική, αλλά έχοντας συμπεριλάβει εκ των προτέρων μέσα της την ουσία και το είδος του και λαμβάνοντας έτσι αυτόν τον κλήρο που είναι συγγενικός προς αυτήν. Άλλωστε η κυριαρχία αυτής απλώνεται από ψηλά μέχρι τα τελευταία, αυτό δηλώνεται από τους Έλληνες θεολόγους που λέγουν ότι αυτή γεννιέται από το κεφάλι του Διός, αλλά και οι Αιγύπτιοι που μαρτυρούν ότι στο άδυτο της θεάς είναι καταγεγραμμένο το εξής επίγραμμα : «Εγώ είμαι αυτά που υπάρχουν, αυτά που θα υπάρξουν και αυτά που υπάρχουν». Η θεά, λοιπόν, είναι δημιουργική, αφανής και φαινόμενη ταυτόχρονα, η οποία έχει τον κλήρος της στον ουρανό, και με τα είδη φωτίζει την γένεσιν – γίγνεσθαι. Γιατί και από τα ζώδια ο Κριός είναι αφιερωμένος στη θεά και ο ίδιος ο ουράνιος ισημερινός κύκλος [=κύκλος του Ταύτου], όπου κυρίως βρίσκεται η δύναμη που κινεί το Σύμπαν.

Δικαιολογημένα, λοιπόν, και ο Πλάτων, θα πει φιλοπόλεμο και φιλόσοφο την Αθηνά και στον «Τίμαιο» την αποκαλεί αρχηγό των Αθηναίων ως κλήρο στη γη, τιμώντας πρώτα την θεά με την πατροπαράδοτη προσωνυμία της αυτήν της πολιούχου Αρχηγέτιδας, εξυμνώντας την αρχηγική της δύναμη από την οποία πήρε και το όνομά της και έπειτα υποδεικνύοντας την περίληψη των κλήρων που αυτή διοικεί, περίληψη η οποία είναι εδραιωμένη κατά τρόπο ενιαίο μέσα της και επιπλέον παρουσιάζοντάς μας ρητά ότι τα ίδια πράγματα μπορούν να δηλωθούν με πολλούς τρόπους, καθώς τα λόγια είναι εικόνες της ουσίας των πραγμάτων που αυτά σημαίνουν.

Γιατί και ο Σόλων που είναι Αθηναίος παρουσιάζει ομοιότητες με την πολιούχο θεά, εξου και μένει προσκολλημένος σε μια τελειότερη νόηση, και ο Ιερέας, σαν να μιλάει από κάποιο άδυτο, διδάσκει αυτά που είναι καταγραμμένα στα ιερά και έχει ομοιότητα με τις μεσαίες τάξεις της νέας δημιουργίας και της καθολικής πατρικής αιτίας, τάξεις οι οποίες μεταβιβάζουν τις χορηγίες της υψηλότερης αιτίας προς την πιο υποβιβασμένη, γεμίζοντας την κατώτερη τάξη από εκείνη σαν από πηγή. Και όλα επιτελούνται αρμονικά από τον ομιλητή. Γιατί τελειοποιείται ο Σόλωνας, εγκωμιάζεται η πόλη, εξυμνείται η θεά και γίνεται η άνοδος από τον Σόλωνα μέσω της πόλης προς τη θεά, μιμούμενη τη δύναμη της θεάς που έχει την ιδιότητα να επιστρέψει. Και είναι και αυτό ταιριαστό με το Αγαθό, η πραγματοποίηση δηλαδή των ενεργειών για χάρη της τελειοποίησης των κατώτερων. Γιατί επιδεικνύει την πρόνοια και την υπερπλήρη δύναμη των θεϊκών όντων. Ακόμα πιο σπουδαίο βέβαια είναι που το κάνει για χάρη της πόλης. Γιατί αυτό απαιτεί μια ευρύτερη ενέργεια και συμπεριλαμβάνει μεγαλύτερη δύναμη. Ακόμη πιο θεϊκό κι από αυτά είναι το ότι απευθύνει ολόκληρη την αφήγηση στη θεά και σε αυτήν καταλήγει το τέλος ολόκληρης της ενέργειας. Όλα αυτά παρουσιάζουν ξεκάθαρα τη γενναιοδωρία του Ιερέα, η οποία δεν υποδεικνύει μόνο τη στέρηση του φθόνου, αλλά και τη θεϊκή και πρόθυμη γέννηση των αγαθών.

Ο Σόλωνας δικαιολογημένα τιμήθηκε από τους Ιερείς της Σάεως λόγω της πολιτικής του φρονήσεως και της αξίας της πόλης του. Ως προς την μνήμη τους όμως και την ιστορία τους δεν έβρισκε ούτε τον εαυτό του ούτε κανένα άλλο Έλληνα να γνωρίζει τίποτα από τα παλαιά. Η ανάμνηση όμως των αρχαίων συντελεί στην πολιτική αρετή, συντελεί και στην παρατήρηση των κοσμικών περιόδων, προς την οποία ο Σόλων ήταν προσκολλημένος και ως προς την οποία, ρωτώντας τους Ιερείς, έβρισκε τον εαυτό του εντελώς ελλιπή.

Και αυτά όμως είναι σύμβολα των αληθινών θεϊκών πραγμάτων, γιατί και από τους θεολόγους των Ελλήνων αποκαλείται νέα δημιουργία και αυτή τιμάται ιδιαιτέρως από τον πατέρα του σύμπαντα Κόσμου και από τους νοητικούς θεούς, στους οποίους υπάρχουν νοήσεις ανώτερες και υπερβατικές από τα υπόλοιπα, ενώ οι νοήσεις των κατώτερων θεών είναι πιο μερικές και πιο περιορισμένες. Δηλαδή ο Σόλωνας αντιστοιχεί στην δεύτερη δημιουργία, αυτή της υπερκόσμιας δημιουργικής τριάδας των ηγεμονικών θεών Δίας – Ποσειδώνας – Άδης που αντιστοιχεί στην τριάδα : δημιουργός Νους – ψυχή του παντός – καθολική Φύση.

Υπάρχει, λοιπόν, και μια τέτοια διαφορά των δημιουργικών αρχών, ώστε άλλες να συμπεριλαμβάνουν τα πιο καθολικά είδη και άλλες τα πιο επιμέρους, και άλλες να υπερέχουν ως προς την παλαιότητα και τη δύναμη, και άλλες είναι νέες ως προς εκείνες και να έχουν δύναμη υποβαθμισμένη.

Τέτοια είναι όλα τα θεϊκά αίτια, προκαλούν τις τελειότερες δυνάμεις και μέσω αυτής της πρόκλησης γεμίζουν από αυτά με θεϊκότερες και καθολικότερες νοήσεις. Κάτι τέτοιο, λοιπόν, κάνει και ο Σόλων. Γιατί προβάλλοντας στους ιερείς τις πιο αρχαίες ιστορίες των Ελλήνων, κατά κάποιο τρόπο τους παρασύρει στην συζήτηση για την δική τους αρχαιότητα, στην οποία οι Αιγύπτιοι συμμετέχουν ιδιαιτέρως, επειδή λόγω της καθαρότητας της ατμόσφαιρας παρατηρούν ανεμπόδιστα τα ουράνια φαινόμενα, και επειδή διατηρούν στην μνήμη τους τις αρχαίες ιστορίες, καθώς δεν βλάπτονται από κατακλυσμούς ή από εκπυρώσεις.

Οι Ασσύριοι, μάλιστα, αναφέρει ο Ιάμβλιχος, δεν διατήρησαν τις μνήμες μόνο 270.00 ετών, όπως υποστηρίζει ο Ίππαρχος, αλλά παρέδωσαν στα αρχεία τους τις πλήρεις αποκαταστάσεις και τις περιόδους των επτά πλανητών. Πολύ, λοιπόν, απέχει από το να συγκριθεί μαζί τους η πολυθρύλητη αρχαία παράδοση των Ελλήνων. Από αυτό βέβαια το γεγονός συνεπάγεται ότι η αφήγηση των δύο, του Σόλωνα και του Ιερέως, αποβλέπει σε ολόκληρο τον σύμπαντα Κόσμο και όχι σε κάτι ασήμαντο. Η αρχαία, λοιπόν, παράδοση των Ελλήνων διαφέρει από πόλη σε πόλη. Για τους Αθηναίους φτάνει μέχρι τον Εριχθόνιο που γεννήθηκε από τη γη, για τους Αργίτες μέχρι τον Φορωνέα και την Νιόβη. Γιατί αυτοί είναι οι αρχαιότεροι Έλληνες, αφού υιός του Φορωνέα ήταν ο Άργος και υιός του Άργου ο Ίασος και ο Πελασγός, από τον οποίο έλαβε την ονομασία του το Πελασγικό Άργος. Τα σχετικά με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα, ότι δηλαδή, όταν έγινε κατακλυσμός, διασώθηκαν στον Παρνησσό – Παρνασσό και εκεί μετά από μια σειρά γεγονότων γέννησαν τον Έλληνα, την Πρωτογένεια και τον Αμφικτύωνα, είναι πασίγνωστα, όπως και το ότι οι πιο αρχαίες παραδόσεις των Θεσσαλών φτάνουν μέχρι αυτούς. Όμως, σύμφωνα με άλλη παράδοση πιο αρχαία, το αργολικό γένος ξεκινά από τον Ίναχο και το γένος των Αθηναίων από τον διφυή Κέκροπα, που είναι και οι δύο προγενέστεροι του Δευκαλίωνος. Ο Σόλωνας λοιπόν λέγοντας αυτά στον Ιερέα τον παρασύρει στην αφήγηση των δικών του αρχαίων παραδόσεων.

Όμως, ο αιγύπτιος του απαντά με τα πασίγνωστα εκείνα λόγια : «Σόλων, Σόλων, οι Έλληνες είστε πάντοτε παιδιά. Γέροντας Έλληνας δεν υπάρχει», και με την διπλή προσφώνηση υπονοεί την ανακύκλωση από τα ίδια προς τα ίδια, την οποία μόνιμα και σταθερά έχουν συμπεριλάβει μέσω της ανεξίτηλης γνώσης τα καθολικότερα αίτια όσων γίνονται στο σύμπαν, αίτια τα οποία συμβολίζει ο ιερέας. Κατηγορεί λοιπόν τους Έλληνες ότι είναι πάντα παιδιά, επειδή είναι συνεχείς σε αυτούς οι καταστροφές και, προτού να γίνουν παλαιοί αυτοί που υπάρχουν γίνονται νέοι πάλι μέσω της καταστροφής, ενώ στους Αιγύπτιους και τα παλιά έργα μέσω της μνήμης είναι πάντα νέα και παρόντα, και η μνήμη μέσω της ιστορίας είναι νέα και παρούσα.

Πρέπει, όμως, και πάλι να ανατρέξουμε στην παρατήρηση του σύμπαντος και να δούμε εκεί την νέα δημιουργία, αυτή υποδηλώνεται με τους Έλληνες, που συγκρατείται από την Αθηνά και γεμίζει από τα παλαιότερα και πρωταρχικά αίτια, αυτά υποδηλώνονται με τους Αιγυπτίους. Με τους Έλληνες δηλαδή δηλώνεται η δημιουργία ενώ με τους Αιγυπτίους η πρόνοια και η επιστροφή. Γιατί αυτή η θεά από εκεί έχει τη μονιμότητα και την υπερβατικότητα και συμβάλει στην κοσμική αντίθεση. Γιατί κάθε στοιχείο της δημιουργικής προόδου, το οποίο διαιρείται και πληθαίνει, προοδεύει λόγω εκείνης της αρχής. Καθώς, λοιπόν, άλλα αίτια μέσα στον Κόσμο δημιουργούν την αναγέννηση και άλλα φρουρούν τη μόνιμη συνοχή των λογικών ρυθμιστικών αρχών, ο Αιγύπτιος Ιερέας έχει χρησιμοποιηθεί σαν σύμβολο των δεύτερων και ο Σόλωνας των πρώτων. Για αυτό και ο ένας επιδεικνύει την ιδιαίτερη μνήμη της αρχαίας παράδοσης που έχει μέσα του, ενώ ο άλλος λέγεται ότι εξιστόρησε ποικίλες μεταβολές, γεννήσεις και καταστροφές.

Μάλιστα όλα αυτά είναι απόλυτα ταιριαστά με την τάξη του σύμπαντος : ο παλαιότερος έχει τοποθετηθεί πάνω από τον νεότερο. Γιατί στην δημιουργία του Δία έχουν αυτή την σειρά μεταξύ τους, όπως ακριβώς ο Πλάτωνας στον «Πολιτικό, 270.d» λέει ότι όσοι ζουν στην περίοδο του Κρόνου προχωρούν από τα γεράματα προς την νεότητα, ενώ όσοι ζουν στην περίοδο του Διός προχωρούν αντίστροφα.

Ο Φιλόστρατος στον βίο του Απολλώνιου του Τυανέως [14.1 και 21.8] μας αναφέρει ότι : «τα πάντα μεν υπό του χρόνου μαραίνονται, αυτός όμως ο Χρόνος αγήρατος και αθάνατος γίνεται από της Μνημοσύνης»ενώ όταν παρουσιάστηκε στον Σατράπη και αυτός τον ρώτησε Πόθεν, μας ήλθες, και τις σε απέστειλεν ;;“. Εκείνος απάντησε : “Από τον εαυτό μου”, διότι θέλω να σας κάμω ανθρώπους και παρά την θέλησιν σας ακόμη!!”.

Το μεγάλο μυστικό που κρύβεται πίσω από τα δύο αυτά αποσπάσματα από τον βίο του Απολλώνιου του Τυανέως έτσι όπως τον κατέγραψε ο Φιλόστρατος είναι ότι : κινούμαστε προς τα πίσω στον χρόνο. Ο Σύμπαντας Κόσμος συστέλλεται και διαστέλλετε ή ορθά αναδιπλώνεται και έτσι γίνεται μία ενιαία οντότητα που αυτό – ολοκληρώνεται. Δηλαδή κινούμαστε προς τα πίσω στον χρόνο εγκαίρως. Ο Σύμπαντας Κόσμος στην πραγματικότητα αναδιπλώνεται και συμβάλλει σε μια ενωτική οντότητα που συνεχώς ολοκληρώνεται. Την δε παρακμή και την αταξία τις βλέπουμε και τις βιώνουμε αντιστρόφως, σαν αυξανόμενες. Δηλαδή η αποσύνθεση και η αναταραχή που βλέπουμε και βιώνετε από μας είναι η αυξανόμενη  αντιστροφή προς το ΕΝ.

Τώρα, λοιπόν, ο ιερέας, ο φρουρός των ιερών θεσμών, έχει την αξίωση να επικρατήσει λόγω της αρχαιότητας του, παρόλο που το νεότερο έχει έρθει από ανώτερη τάξη, όπως ακριβώς ο Σόλωνας έχει ξεκινήσει από μια πόλη που είναι πιο ταιριαστή στην Αθηνά. Βέβαια όμως στα κοσμικά έργα μεγαλύτερη αξία έχει το παλαιότερο.

Και αυτά, λοιπόν, αντιστοιχούν με τα όσα συμβαίνουν στο σύμπαν. Γιατί η νεότητα των ψυχών αντιστοιχεί στην ανανέωση της ζωής και στις επιμέρους αιτίες, το αρχαίο άκουσμα αντιστοιχεί στην μόνιμη νόηση και στις παλαιότερες αρχές, η παλαιά γνώση στην ενωμένη και διαρκώς ίδια περίληψη της Φύσεως και της σύστασης όλων των εγκόσμιων, λόγω της οποίας τα πρώτα και τα πιο θεϊκά εγκόσμια περιέχουν, με τρόπο καθολικό και υπερβατικό, τις αιτίες όλων όσων γεννιούνται και έχουν συμπεριλάβει αιωνίως όλα όσα βρίσκονται μέσα στον χρόνο, ενώ τα πιο κοντινά στο σύμπαν τα έχουν συμπεριλάβει με τρόπο διαιρεμένο και υποβαθμισμένο, επειδή υπολείπονται από την ενιαία νόηση των καθολικών. Για αυτό και με άλλους θεούς είναι εξοικειωμένη η παλαιότητα και με άλλους η νεότητα. Γιατί η παλαιότητα είναι σύμβολο την νόησης και της άχραντης ζωής που βρίσκεται μακριά από την γεννημένη πλάση, ενώ η νεότητα είναι σύμβολο της πιο μερικής γνώσης, που έρχεται πλέον σε επαφή με όσα γεννιούνται.

Αλλά ας μην αφήσουμε να μας μπερδέψει το γεγονός ότι άλλοτε ο ιερέας σαν οργανωτής του λόγου λέγεται ότι απεικονίζει μια μεγαλύτερη και θεϊκότερη αιτία, και άλλοτε οι Αθηναίοι, που είναι πρόγονοι του Σόλωνα και παλαιότεροι από τους Σαΐτες και τοποθετούνται στα αίτια που τακτοποιούν την κοσμική αντίθεση. Γιατί μέσα στην αφήγηση έχουν αυτή τη θέση, αλλά ως προς την φυσική πρόοδο αποτελούν εικόνα κάποιων ανώτερων και θεϊκών τάξεων.

Και για να  ολοκληρώσουμε αυτό που λέμε, επειδή ολόκληρη η δημιουργία και η κοσμική αντίθεση, καθώς και αυτά που τακτοποιούν και αυτά που τακτοποιούνται, έχουν συμπεριληφθεί από πριν μέσα στον πατέρα του σύμπαντος, μπορεί να βρει κανείς και εκεί με την αναλογία την υποδειγματική αιτία των Αθηναίων μέσα στις νοητικές ζωές. Γιατί και το πέπλο είναι η τελευταία εικόνα της κοσμικής αντίθεσης. Προηγούνται, όμως, τα αληθινά έργα των θεών και μέσα στο σύμπαν και μέσα στις δημιουργικές και πρωταρχικές αιτίες τους. Εκεί, μάλιστα, λένε ότι και η Αθηνά εμφανίστηκε με τα όπλα της. Μάλλον, όμως, το πέπλο, το έργο της υφαντικής τέχνης, είναι η τελευταίο, που απεικονίζει τον κοσμικό πόλεμο, το οποίο υφαίνει η θεά μαζί με τον πατέρα της, καθώς και τη δημιουργική τάξη που από τη θεά κατεβαίνει μέχρι το σύμπαν. Ανώτερο από αυτό το πέπλο όμως είναι το πέπλο που υφαίνει ο Πλάτωνας με λόγια και με αινίγματα για την καθολική εναντίωση και για τα έργα της Αθηνάς, πέπλο που και αυτό συντελεί στην καθολική κοσμογονία, όπως ακριβώς και το άλλο πέπλο συντελεί στην πομπή και σε ολόκληρη την εορτή της θεάς.

Γιατί τα Παναθήναια είναι εικόνα της δημιουργίας της Αθηνάς στο σύμπαν. Πιο πάνω και από τα δυο αυτά πέπλα είναι το πέπλο που έχει υφανθεί μέσα στο σύμπαν από το νοητικό φώς της Αθηνάς. Γιατί η αντίθεση βρίσκεται κάτω από την ενιαία ζωή του σύμπαντος και ο πόλεμος είναι μέρος της δημιουργίας, τον οποίο η στρατηγική της Αθηνάς οργανώνει δεόντως. Και πριν από όλα αυτά τα πέπλα βρίσκεται αυτό που είναι εδραιωμένο από πριν στα υποδειγματικά αίτια και στο νοητό και περιέχεται στην ενιαία νόηση της Αθηνάς. «Γιατί αυτή είναι η πιο κατάλληλη από όλες τις αθάνατες στο να δουλεύει τον αργαλειό» λένε οι Ορφικοί. Εκεί, λοιπόν, βρίσκεται πρωταρχικά η υφαντική τέχνη και το πέπλο τους ουσίας αυτής της θεάς, η οποίας είναι με νοητικό τρόπο όλα όσα είναι το σύμπαν με τρόπο εγκόσμιο. Γιατί δεν κοιτάζει πουθενά αλλού παρά στον εαυτό της και έτσι εποπτεύει τον πόλεμο του σύμπαντος.

Ο Αιγύπτιος, λοιπόν, ιερέας στον «Τίμαιο» μιμείται άμεσα την γενναιόδωρη πρόνοια του δημιουργού, για τον οποίο λέγει ότι «ήταν αγαθός και στον αγαθό δεν γεννιέται ποτέ κανένας φθόνος για τίποτα». Γιατί και οι αμέσως επόμενες του τάξεις έχουν τοποθετημένη μπροστά τους την γενναιόδωρη μετάδοση των αγαθών από αυτόν και εξαιτίας αυτού και λόγω αυτής της γενναιοδωρίας συμπληρώνει τη σκέψη του Σόλωνα, εγκωμιάζει την πόλη και υμνεί την πολιούχο θεά, συνδέοντας τα μερικά και τα καθολικά, ενώνοντας αυτά που συγκρατούνται με αυτά που τα συγκρατούν και εξαρτώντας τα πάντα από τη θεα με βάση έναν δεσμό και μια σειρά.

Όπερ και σημαίνει ότι με έναν πολύ θαυμαστό τρόπο ο Αιγύπτιος ιερέας επέστρεψε τα πάντα στην θεά, τα παρήγαγε από αυτήν και πάλι τα επέστρεψε προς αυτήν. Γιατί, ανατρέχοντας μέσω της πόλης από τον πολίτη προς την πολιούχο θεά, πραγματοποίησε αυτό το είδος επιστροφής. Έπειτα προχωρώντας από την θεά προς αυτά που πρωταρχικά μετέχουν στη θεά και σε αυτά που μετέχουν σε αυτήν δευτερευόντως, μιμήθηκε την πρόοδο από αυτήν υποθέτοντας, πάλι, ότι όσα μετέχουν στη θεά ανατρέφονται και εκπαιδεύονται από την θεά, τα επέστρεψε και αυτά προς αυτήν. Όλα αυτά, λοιπόν, πως δεν μιμούνται με θαυμαστό τρόπο τις δημιουργικές δυνάμεις, οι οποίες και αυτές είναι εδραιωμένες στα προηγούμενα τους και γεννούν τα επόμενα τους και τα επιστρέφουν στις αιτίες τους.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα γίνεται κατανοητό και το γεγονός ότι η Αθηνά έλαβε σαν κλήρο την Αθήνα, αλλά και το γεγονός, που αναφέρει η παράδοση των Ελλήνων, ότι οι θεοί διένειμαν μεταξύ τους το σύμπαν.

Δηλαδή άλλοι από τους κλήρους είναι των επιμέρους ψυχών, άλλοι των άχραντών γενών, άλλοι των δαιμόνων, άλλοι των αγγέλων και άλλοι των ίδιων των θεών. Γιατί, αν ήταν μόνο ένας πατέρας, μια η πρόνοια και ένας ο νόμος του σύμπαντος δεν θα χρειάζονταν κλήρο η θεϊκή διανομή. Επειδή, όμως, μετά τον ένα υπάρχουν μια τριάδα και μετά την ενιαία πρόνοια η πολύμορφη και μετά τον έναν νόμο το πλήθος νόμων της Ειμαρμένης, είναι ανάγκη να υπάρχει και διαίρεση των όντων που διοικούνται και διαφορετική πρόνοια και τάξη σε κάθε μέρος. Για αυτό, λοιπόν, τον λόγο έχει διαιρεθεί το σύμπαν στους δημιουργικούς αριθμούς, τη δυάδα, την τριάδα, την τετράδα, την πεντάδα, την επτάδα και τη δωδεκάδα. Γιατί με τη μια δημιουργία ο χωρισμός του σύμπαντος σε δυο, στον ουρανό και στην γένεση – γίγνεσθαι, έδωσε υπόσταση σε δύο κλήρους. Μετά από αυτόν τον χωρισμό, διαίρεση το σύμπαν η τριάδα, για την οποία λέει ο Ποσειδώνας στον Όμηρο, Ιλιάδα ραψωδία Ο’ σ. 109. : «Εγώ έλαβα την αφρισμένη θάλασσα, ο Ζευς έλαβε τον πλατύ ουρανό και ο Άδης έλαβε το ζοφερό σκοτάδι».

Μετά την τριπλή ταξινόμηση η τετραπλή διανομή, η οποία χωρίζει τα στοιχεία στο σύμπαν σε τέσσερα μέρη, όπως λένε οι Πυθαγόρειοι, στον ουρανό, στον αιθέριο στον υπέρ της γης και στο υπό της γης. Μετά από αυτήν η πενταμερής, γιατί ο Κόσμος είναι ένας και έχει λάβει υπόσταση από πέντε μέρη και είναι διαιρεμένος από πέντε σχήματα και ανάλογους επόπτες θεούς, ουράνιους, πύρινους, αέρινους, υδάτινους και γήινους. Και μετά από αυτήν τη διανομή έρχεται η επταμερής. Γιατί από ψηλά, από τη σφαίρα των απλανών, ξεκινά η επτάδα και διέπει όλα τα στοιχεία. Και φυσικά μετά από όλες έρχεται η διανομή του σύμπαντος η οποία ορίζεται από την δωδεκάδα.

Από τους θεϊκούς, λοιπόν, κλήρους είναι εξαρτημένοι οι κλήροι των αγγέλων και των δαιμόνων, οι οποίοι έχουν ποικιλότερες διανομές, γιατί και ο θεϊκός κλήρος περιέχει πολλούς αγγελικούς και ακόμα περισσότερο δαιμονικούς κλήρους, επειδή και κάθε άγγελος εποπτεύει περισσότερους δαίμονες και κάθε αγγελικός κλήρος έχει εξαρτημένους από αυτόν περισσότερους δαιμονικούς κλήρους. Γιατί αυτό που είναι μονάδα ανάμεσα στους θεούς, είναι αριθμός ανάμεσα στους αγγέλους, και αυτό που ανάμεσα στους αγγέλους είναι κάθε άγγελος, ανάμεσα στους δαίμονες είναι ολόκληρο φύλο συγγενικό και τον συγκεκριμένο άγγελο.

Αντί, λοιπόν, για μια τριάδα, θα βρούμε τρεις ομάδες, και αντί για μια τετράδα, θα βρούμε τρεις ομάδες, και αντί για μια τετράδα ή δωδεκάδα, θα βρούμε τέσσερις αριθμούς και δώδεκα χορείες που ακολουθούν καθεμία τους τον ηγέτη της, και έτσι πάντα θα διατηρούμε πιο ενιαίους τους ανώτερους κλήρους. Γιατί, όπως ακριβώς στην περίπτωση των ουσιών, όπως ακριβώς στην περίπτωση των δυνάμεων και όπως ακριβώς στην περίπτωση των ενεργειών οι πρόοδοι γεννούν το πλήθος, έτσι και στην περίπτωση των κλήρων οι πρωταρχικοί υπερέχουν σε δύναμη, επειδή είναι μειωμένοι σε ποσότητα και βρίσκονται πιο κοντά στον ένα πατέρα και στην καθολική και ενιαία πρόνοια, ενώ οι κατώτεροι έχουν λάβει μειωμένη την δύναμη και αυξημένο το πλήθος.

Αφού, όμως, με βάση τον χωρισμό στα δυο διαιρέσαμε τους κλήρους σε ουράνιους και σε υποσελήνιους, για τους πρώτους δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία για το τι λογής είναι και για το αν παραμένουν διαρκώς ίδιοι. Για τους υποσελήνιους, όμως, αξίζει να θαυμάζουμε, είτε τους πει κανείς αιώνιους είτε όχι. Γιατί, αν συμβαίνει να είναι αιώνιοι, πως είναι δυνατόν αυτό ; Πως, δηλαδή, ενώ όλα μέσα στην υποσελήνια πλάση μεταβάλλονται και ρέουν, μπορούν να χαρακτηριστούν αιώνιοι οι κλήροι των θεών που προνοούν για αυτήν ; Γιατί δεν είναι αιώνια τα πράγματα μέσα στην υποσελήνια πλάση. Αν, όμως, δεν είναι αιώνιοι, πως μπορεί η θεϊκή εποπτεία να είναι κάθε φορά διαφορετική ; Γιατί ο κλήρος δεν είναι μια ξεχωριστή ενέργεια των θεών, προκειμένου να πούμε ότι, ενώ τα πράγματα των θεών δεν μεταβάλλοντε , τα πράγματα της υποσελήνιας πλάσης μεταβάλλονται, η ίδια παραμένει υπερβατική και αμετάβλητη, ούτε είναι μόνο αυτό που διοικείται, προκειμένου να μην είναι καθόλου παράλογο να ρέει και να υπόκειται σε κάθε λογής μεταβολές ο κλήρος, αλλά είναι μια σφαίρα επιρροής του θεού και πρόνοια και υπερβατική εποπτεία στα πράγματα της υποσελήνιας πλάσης, και λόγω αυτού που διοικείται δεν μπορεί να λάβει την αρχή της αιωνιότητας, ενώ λόγω της εποπτείας της αρνείται τη φθορά, προκειμένου να μην αποδώσουμε στους θεούς ένα πάθος των επιμέρους ψυχών, αποδίδοντας τους κάθε φορά και διαφορετικούς κλήρους.

Ποιος, όμως, ορισμός θα μπορούσε να εξηγήσει τον κλήρο, διατηρώντας της αμεταβλησία των θεών και την μεταβλητότητα των πραγμάτων της υποσελήνιας πλάσης, όπως πρέπει να θεωρούμε ;;

Αυτός ο ορισμός θα προκύψει ευκολότερα αν πραγματοποιήσουμε την μελέτη θεωρώντας ότι όλα όσα βρίσκονται στην υποσελήνια πλάση και η ίδια η πλάση δεν αποτελούνται μόνο από πράγματα που μεταβάλλονται και μετακινούνται, αλλά ότι υπάρχει και σε αυτά κάτι αμετάβλητο, που εκ φύσεως  παραμένει πάντα το ίδιο. Γιατί στο διάστημα το οποίο υποδέχεται και περιέχει μέσα του όλα τα μέρη του Κόσμου και είναι απλωμένο ανάμεσα σε όλα τα σώματα είναι ακίνητο, προκειμένου να μην ανήκει στα κινούμενα και να μην χρειάζεται και το ίδιο έναν άλλο χώρο και αυτή η παραδοχή να μην αφεθεί να προχωρά επ’ άπειρον. Επίσης και τα αιθέρια οχήματα των θεϊκών ψυχών, με τα οποία αυτές είναι περιβεβλημένες, μιμούνται τις επουράνιες ζωές και έχουν αιώνια την ουσία τους και είναι αιωνίως εξαρτημένα από τις θεϊκές ψυχές, αν και είμαι γεμάτα από γόνιμη δύναμη και πραγματοποιούν κυκλική κίνηση με βάση έναν δεύτερο κύκλο των ουράνιων σωμάτων. Και τρίτη μετά από αυτά η ολότητα των εδώ στοιχείων παραμένει ίδια, ακόμα κι αν τα μέρη φθείρονται με ποικίλους τρόπους. Γιατί πρέπει κάθε είδος του σύμπαντος να είναι ανεξάλειπτο, προκειμένου να είναι τέλειο το σύμπαν και αυτό που γεννιέται από ακίνητη αιτία να είναι ακίνητο ως προς την ουσία. Γιατί κάθε ολότητα είναι είδος ή μάλλον με βάση την ολοκληρωμένη συμμετοχή της σε ένα είδος είναι αυτό που λέγεται. Και βλέπεις πως η φύση των σωμάτων προέκυψε με τάξη. Γιατί άλλο σώμα είναι ακίνητο ως προς τον τόπο, ενώ άλλο έλαβε μόνο την κίνηση ως προς τον τόπο.

Άλλο πάλι δέχτηκε στα μέρη του τις υπόλοιπες κινήσεις, αλλά ως προς το σύνολο του μένει εντελώς αμετάβλητο και οι ουράνιοι κλήροι, που διαιρέσαν άμεσα το διάστημα, διαίρεσαν μαζί και τον ίδιο τον ουρανό. Οι υποσελήνιοι κλήροι έλαβαν πρώτα τα μέρη που βρίσκονται στο διάστημα, έπειτα έκαναν τη διανομή στα καθορισμένα οχήματα των ψυχών και τρίτον παραμένουν πάντα οι ίδιοι όσον αφορά τα καθολικά μέρη της υποσελήνιας πλάσης. Επομένως, δεν μεταβάλλονται οι κλήροι των θεών ούτε είναι κάθε φορά διαφορετικοί, γιατί δεν έχουν την υπόσταση τους άμεσα στα μεταβαλλόμενα.

Βέβαια επειδή οι θεοί έχουν αιώνιους κλήρους και έχουν χωρίσει τη γη με βάση τους θεϊκούς αριθμούς παρόμοια με τις διαιρέσεις του ουρανού, φωτίζονται και τα επίγεια στον βαθμό που είναι κατάλληλα. Αυτήν την καταλληλότητα σαφώς και την προκαλεί και η περιφορά των ουράνιων σωμάτων, η οποία μέσω συγκεκριμένων σχημάτων παρέχει σε συγκεκριμένα επίγεια δύναμη ανώτερη από την φύση που έχουν, την προκαλεί όμως και το σύνολο της φύσεως, που εμφύτεψε σε καθένα από αυτά που φωτίζονται θεϊκά σύμβολα, μέσω των οποίων από φυσικού τους τα επίγεια μετέχουν στους θεούς – γιατί και η Φύση είναι εξαρτημένη από τους θεούς και εμφυτεύει σε κάθε επίγειο διαφορετικές εικόνες των θεών, την προκαλούν και οι περιστάσεις, από τις οποίες καθορίζεται τόσο η κατάσταση των υπολοίπων πραγμάτων όσο και η καλή κατάσταση της ατμόσφαιρας. Και γενικά όλα όσα μας περιβάλουν συντελούν στην αύξηση και στην μείωση αυτής της καταλληλότητας. Όταν, λοιπόν, με τη συνδρομή αυτών των πολλών αιτιών, γεννηθεί στα εκ φύσεως μεταβαλλόμενα μια καταλληλότητα για τη συμμετοχή τους στους θεούς, εμφανίζεται και σε αυτά το θείο, το οποίο προηγουμένως ήταν κρυμμένο λόγω της ακαταλληλότητας αυτών που θα το υποδέχονταν και το οποίο έχει αιώνια τον δικό του κλήρο και προσέφερε προς αυτά τη συμμετοχή τους σε αυτό, αλλά δεν την επιδεχόταν από αυτά, επειδή ήταν ακατάλληλα. Ωστόσο, όπως ακριβώς οι επιμέρους ψυχές επιλέγουν κάθε φορά και διαφορετικές ζωές και άλλες επιλέγουν της ζωές που είναι κατάλληλες στους δικούς τους θεούς και άλλες φορές ζωές ξένες, επειδή ξέχασαν τους δικούς τους θεούς, έτσι και από τους ιερούς τόπους άλλοι είναι εξοικειωμένοι με τον θεό που έλαβε τον κλήρο του συγκεκριμένου τόπου και άλλοι είναι εξαρτημένοι από άλλη θεϊκή τάξη, και για αυτό άλλοι ευτυχέστερα και άλλοι ατυχέστερα «αφιερωθήκαν στους θεούς» όπως λέει ο Πλάτωνα στους «Νόμους, 771.c».

Είτε λοιπόν η τελεστική είτε η νομοθετική τέχνη αφιερώνει κάποια συγκεκριμένη πόλη στον θεό που έλαβε αυτό το μερίδιο της γης με βάση τον αρχικό αιώνιο κλήρο, ή ζωή εξομοιώνεται περισσότερο με τον επόπτη θεό και τα έργα που είναι μεγάλα και θαυμαστά επιτυγχάνοντας περισσότερο από αυτόν που δεν σπεύδει στις πράξεις από μια τέτοια αρχή. Και αυτός που έχει επιλέξει τη ζωή του θεού που του έλαχε πετυχαίνει περισσότερο από αυτόν που μετακίνησε τον εαυτό του σε άλλη τάξη.

Με αυτή, λοιπόν, την έννοια και ο Αιγύπτιος Ιερέας λέει ότι η Αθηνά έλαβε κλήρο την πόλη που φέρει το όνομά της όπως και την δική του άλλωστε, την Σάη, επειδή το συμπέρανε από την μεγάλη ομοιότητα της ζωής των πολιτών με αυτήν, αλλά και επειδή είχε καταλάβει από την τελεστική τέχνη και από τις ιερατικές πράξεις αυτή την κλήρωση. Γιατί, όπως και στην περίπτωση των άλλων θεών, έτσι υπάρχει και κλήρος της Αθηνάς, όταν αυτή κατεβαίνει από ψηλά, από τα νοητικά αίτια, στην περιοχή της γης.

Έτσι βρίσκεται πρωταρχικά μέσα στον πατέρα, δευτερογενώς μέσα στους ηγεμονικούς θεούς, ενώ πραγματοποίησε την τρίτη της πρόοδο μέσα στους δώδεκα άρχοντες θεούς. Μετά από αυτήν την πρόοδο αποκάλυψε την απόλυτη εξουσία της εντός του ουρανού, αλλιώς μέσα στην σφαίρα των απλανών – γιατί και εκεί είναι απλωμένος ένας κλήρος της θεάς, είτε ο τόπος γύρω από τον Κριό είτε γύρω από την Παρθένο είτε ένα από τα άστρα της Άρκτου όπως ακριβώς λέγεται η σελήνη που βρίσκεται εκεί – αλλιώς στον ήλιο – γιατί και εδώ μια δύναμη και αθηναϊκή τάξη δημιουργεί μαζί με τον ήλιο τα πάντα -, αλλιώς στην σελήνη, καθώς είναι η μονάδα της τριάδας που βρίσκεται εκεί, αλλιώς στη γη, ανάλογα με την ομοιότητα των κλήρων της γης με τις ουράνιες διανομές, και με διαφορετικό τρόπο σε κάθε μέρος της γης, ανάλογο με τις ιδιαιτερότητες της πρόνοιας των θεών για κάθε τόπο.

Δεν είναι λοιπόν, καθόλου περίεργο, αν ειπωθεί ότι η θεά έχει λάβει σαν κλήρο την Αθήνα και τη Αιγυπτιακή Σάη. Γιατί δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι με τους θεούς συμβαίνει ότι και με τις επιμέρους ψυχές, που δεν μπορούν εκ φύσεως να κατοικήσουνε σε δυο σώματα, επειδή πραγματοποιούν την πρόνοιά τους πάνω στα σώματα αναπτύσσοντας σχέση μαζί τους. Αντιθέτως μπορεί να υπάρχει συμμετοχή στην ίδια την θεϊκή δύναμη από διαφορετικούς τόπους, και στη μια δύναμη υπάρχει και πλήθος, και επιδέχεται συμμετοχή διαφορετικά από έναν συγκεκριμένο τόπο και διαφορετικά από άλλους, και σε άλλους υπερισχύει η ταυτότητα και σε άλλους η διαφορετικότητα.

Για όλα αυτά, λοιπόν, λέμε ότι έχουν λάβει αιώνια υπόσταση κάποιοι κλήροι των θεών μέσα στο σύμπαν και, ενώ αυτοί υπάρχουν αληθινά, οι εμφανίσεις τους μέσα στον χρόνο είναι διαφορετικές σε κάθε τόπο.

Δηλαδή οι Αθηναίοι, που φέρουν το όνομα της θεάς, αντιστοιχούν σε αυτήν, ενώ οι Ατλαντίνοι, επειδή κατοικούν σε νησί και είναι απόγονοι του Ποσειδώνα, διατηρούν την αναλογία με αυτόν τον θεό και αντιστοιχούν στα καθολικότερα στοιχεία της κατώτερης συστοιχίας, ώστε από αυτά να είναι φανερό ότι ο πόλεμος των Ατλαντίνων υπονοεί τη μεσαία δημιουργία, κατά την οποία ο δεύτερος πατέρας, ο Ποσειδώνας, γεμίζοντας από την Αθηνά και από άλλα αφανή αίτια, καθοδηγεί πιο δυνατά και θεϊκότερα και υποτάσσει στα νοητικά όλα όσα είναι πολλαπλασιασμένα, διαιρεμένα και υλικότερα ως προς την υπόσταση. Γιατί και οι ίδιοι οι θεοί είναι ενωμένοι αιώνια, ενώ όσα διοικούνται από αυτούς γεμίζουν από αυτού του είδους τη διαίρεση.

«Τα μέρη που βρίσκονται μέσα από το στόμιο» συμβολίζουν την ανώτερη συστοιχία, επειδή είναι στραμμένα στον εαυτό τους και εκλαμβάνουν τη σταθερή και ενοποιητική δύναμη. Γιατί το στόμιο συμβολίζει την αιτία που οριοθετεί και διακρίνει τα δυο μέρη του Σύμπαντος. Το δε «στενό λιμάνι» σημαίνει την συσπειρωμένη, συγκεντρωμένη στον εαυτό της, τακτοποιημένη και άυλη ύπαρξη τους. Γιατί με την στενότητα αποβάλλει τη διάσταση και την επέκταση που προέρχεται από την κατώτερη συστοιχία, ενώ με το λιμάνι συμβολίζει την ύπαρξη που είναι υπεράνω της εσφαλμένης και άτακτης κίνησης των υλικών σωμάτων. Γιατί τέτοια είναι τα λιμάνια, αφού προσφέρουν καταφύγιο από τις ταραχές της θάλασσας – γίγνεσθαι. Αν, μάλιστα, κανείς πει και σχετικά με τις ψυχές θα πει ότι λιμάνι είναι η άνοδος προς τα πιο νοητικά και πιο θεϊκά μέρη του σύμπαντος. Άλλωστε τα θεϊκότερη μέρη του σύμπαντος κυριολεκτικά μπορούν να ονομαστούν «γεννήματα και θρέμματα των θεών». Γιατί και λαμβάνουν υπόσταση και τελειοποιούνται η ορθά είναι πάντοτε τέλεια λόγω της δημιουργίας των θεών και της άχραντης δημιουργικής δραστηριότητας της Αθηνάς. Καθετί, λοιπόν, που είναι εξαρτημένο από τους θεούς και ξεκινά από τους θεούς και επιστρέφει στους θεούς επιδεικνύει ξεχωριστή αρετή. Αυτό συμβαίνει και στο σύμπαν, συμβαίνει όμως και στις ανθρώπινες ζωές με βάση την ομοιότητα με το σύμπαν. Για αυτό και ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο»  απέδωσε την ιδιότητα αυτή στους Αθηναίους.

Πρέπει λοιπόν να θεωρούμε ότι τα κατοικημένα μέρη εντός των Στηλών του Ηρακλή συμβολίζουν ολόκληρη την ανώτερη συστοιχία, ενώ τα μέρη εκτός συμβολίζουν την υποδεέστερη, καθώς και ότι αυτή η τελευταία συστοιχία έχει μια και συνεχή ζωή που προοδεύει με ποικίλο τρόπο.

Μιας και η κορυφή της κατώτερης συστοιχίας διευθύνεται από τους Ολύμπιους θεούς, επικεφαλής των οποίων είναι η Αθηνά, και κυριαρχεί σε όλη την υποδεέστερη ουσία των θεών, η οποία τελεί υπό την κατώτερη συστοιχία, όπως για παράδειγμα στις άλογες ψυχές, στους υλικούς όγκους και στην ίδια την ύλη.

Είτε λοιπόν, ξεκινώντας από τους θεούς κάποιος κάνει λόγο για Ολύμπιους και Τιτανικούς πολέμους, είτε ξεκινώντας από τον Νου κάνει λόγο για στάση και κίνηση ή για Ταυτότητα και Διαφορετικότητα, είτε ξεκινώντας από τις ψυχές κάνει λόγο για λογικές και άλογες, είτε ξεκινώντας από τα σώματα κάνει λόγο για ουρανό και υποσελήνια πλάση σε όλες τις διαιρέσεις το γένος εντός των Στηλών του Ηρακλή θα αναλογεί στα ανώτερα ενώ το γένος εκτός στα κατώτερα. Γιατί εκεί βρίσκεται ο «αληθινός ωκεανός της ανομοιότητας», που αναφέρει ο Πλάτωνας στον «Πολιτικό, 273.d», και ολόκληρη η υλική ζωή, η οποία από το ένα προχωρά σε διάσταση και πλήθος. Είτε, λοιπόν, θέλει κάποιος με τον τρόπο των ορφικών να αντιπαραθέσει τα ολύμπια στα τιτανικά γένη και να εξυμνήσει την κυριαρχία των πρώτων στα δεύτερα, είτε με τον τρόπο των πυθαγορείων θέλει να διακρίνει τις συστοιχίες που από ψηλά απλώνονται μέχρι τα τελευταία όντα και να πει ότι η ανώτερη τακτοποιεί την υποδεέστερη, είτε με τον τρόπο του Πλάτωνα θέλει να παρατηρήσει ότι στο «σύμπαν είναι πολύ το άπειρο, πολύ και το πεπερασμένο», όπως έχει πει στον «Φίληβο», και πει ότι ολόκληρο το άπειρο απλώνεται σε όλα τα εγκόσμια και μαζί με τα μέτρα του πεπερασμένου έχει δημιουργήσει τον Κόσμο του γίγνεσθαι, ένα θα συμπεράνει από όλα αυτά : ότι ολόκληρη η σύσταση του Κόσμου έχει ρυθμιστεί από αυτή την αντίθεση. Και αν ο μέγιστος Ηράκλειτος είχε σε αυτήν τον νου του όταν έλεγε ότι «πόλεμος πατήρ πάντων», ούτε κι αυτός μιλούσε παράλογα !!

Γίνεται κατανοητό επίσης ποιες είναι οι ποικίλες περίοδοι των εγκόσμιων πραγμάτων. Καθώς μέσα στο σύμπαν υπάρχει διαρκώς γέννηση και διαρκώς φθορά, μιας και όπως λέει ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 28.a»  το αισθητό «γεννιέται και καταστρέφεται, χωρίς ποτέ να υπάρχει πραγματικά ποτέ». Αυτή όμως τη γέννηση και τη καταστροφή πρέπει να τη δούμε διαφορετικά στην περίπτωση του ουρανού και διαφορετικά στην περίπτωση των ένυλων πραγμάτων. Γιατί εκεί προϋπάρχει και η εναλλαγή των σχημάτων και η κίνηση που αναγεννάται διαρκώς, και λόγω εκείνων των μεταβολών και η υποσελήνια πλάση που κυβερνιέται από εκεί εκτυλίσσει στον δικό της κύκλο. Σε αυτόν τον κύκλο επικρατούν κάθε φορά διαφορετικά στοιχεία. Και το μεν σύνολο διατηρεί πάντα την ίδια και όμοια τάξη κατά φύσιν, στα μέρη του όμως κάθε φορά επικρατεί το κατά φύσιν ή το παρά φύσιν, καθώς πρέπει είτε και το σύνολο και τα μέρη να έχουν τα κατά φύσιν, είτε και τα δύο μερικές φορές το παρά φύσιν, είτε το ένα να έχει το παρά φύσιν και το άλλο το κατά φύσιν, και αυτό με δύο τρόπους.

Αν, λοιπόν, όλα είναι κατά φύσιν, τότε χάνεται η ποικιλία της γενέσεως -γίγνεσθαι [υποσελήνια πλάση] και τα αιώνια όντα γίνονται ίδια με τα τελευταία, και τα τελευταία όμοια με τα πρώτα. Αν, από την άλλη, όλα διαμορφωθούν παρά φύσιν, δεν θα είναι τίποτα σταθερό, από το οποίο θα είναι δυνατόν να υπάρχει και η ομοιότητα σε όσα μεταβάλλονται, ούτε θα διατηρηθεί ο κύκλος της υποσελήνιας πλάση. Αν είναι παρά φύσιν τα σύνολα, τότε είναι δυνατόν τα μέρη να διατηρηθούν κατά φύσιν. Γιατί, αν ο οργανισμός μας μεταβληθεί και χάσει την αρμονία του, δεν μπορεί κανένα μέλος του να παραμείνει ακόμη κατά φύσιν. Απομένει, λοιπόν, τα σύνολα να βρίσκονται στο κατά φύσιν και τα μέρη μερικές φορές να ακολουθούν τα σύνολα και να είναι κατά φύσιν και μερικές φορές να προχωρούν στο παρά φύσιν. Όπως ακριβώς καθένα από τα επιμέρους ζώα πάντοτε και αναγεννιέται και φθείρεται λόγω της απορροής των υλικών στοιχείων, και άλλο φθείρεται περισσότερο και κάποιο άλλο, και άλλο έχει μεγαλύτερη ροπή προς την ύπαρξη και άλλο προς την φθορά, έτσι και από τα διάφορα μέρη της γης που προλαμβάνουν και το παρά φύσιν και το κατά φύσιν άλλα μπορούν να κρατήσουν περισσότερο το κατά φύσιν και άλλα μπορούν περισσότερο να υπομένουν τις εκτροπές προς το παρά φύσιν, κι αυτό μάλιστα λόγω της διαφορετικής τους σύστασης, έπειτα και λόγω της θέσης που στο καθένα τους είναι διαφορετική, και εκτός από αυτά και λόγω της σχέσης τους με τον ουρανό – γιατί κάθε μέρος της γης είναι εξοικειωμένο με διαφορετικό μέρος του ουρανού και διατηρείται από διαφορετικούς αστερισμούς -, και πέρα από όλα τα προηγούμενα και λόγω της δύναμης των θεών που εποπτεύουν τα διάφορα μέρη της γης και έχουν λάβει τη μια ή την άλλη ιδιότητα και άλλοι χαίρονται περισσότερο με την κίνηση, άλλοι με την στάση, άλλοι με την ομοιότητα και άλλοι με την διαφορετικότητα. Ενώ, λοιπόν, συμβαίνουν μαζικές και μερικές καταστροφές σε διάφορους τόπους, τα είδη μέσα στο σύμπαν δεν εξαφανίζονται. Γιατί πάντα υπάρχει ο άνθρωπος, πάντα η γη και πάντα κάθε στοιχείο.

Αφού, λοιπόν, από τους ουράνιους σχηματισμούς προέρχεται η φθορά και η γέννηση, και αφού οι νοήσεις είναι εξαρτημένες από τα νοητικά είδη, από εκεί λοιπόν κατεβαίνει η μονιμότητα και προκύπτει η συνοχή στα εγκόσμια είδη και τα ορατά ουράνια σχήματα διασώζουν το είδος και φθείρουν τα μέρη, επειδή είναι αναπόφευκτο σε όσα γεννιούνται μέσα στον χρόνο να επανέλθει και η διάλυση μέσα στον χρόνο. Γιατί το σύμπαν δεν αρνείται τη σωτηρία σε όσα μπορούν να υπάρχουν μαζί με το σύμπαν, αλλά όποιο δεν μπορεί να πολιτευτεί σύμφωνα με το σύμπαν, δεν είναι δυνατόν να παραμείνει στο σύμπαν, αλλά καθετί που έχει γίνει τέτοιο ο νόμος του Διός το αποβάλει από την ύπαρξη σαν ανάξιο. Γιατί είναι παντελώς αδύνατο να παραμείνει κάτι ανάξιο, και ανάξιο είναι αυτό που έχει στερηθεί ολοκληρωτικά την τάξη. Έχει, λοιπόν, ειπωθεί γιατί σε διάφορους κάθε φορά τόπους συμβαίνουν μαζικές και μερικές καταστροφές.

Μετά από αυτά πρέπει να πούμε ότι οι μεγαλύτερες καταστροφές συμβαίνουν από την επικράτηση του πυρός και του ύδατος και όχι των άλλων στοιχείων. Το πυρ ανάμεσα στα στοιχεία έχει την θέση του δραστικού και του δημιουργικού και είναι ικανό να διεισδύει σε όλα τα άλλα και από την φύση του διαλύει τα άλλα. Το ύδωρ, από την άλλη, είναι πιο ευκίνητο από την γη και πιο απαθές από τον αήρ, και με την ευκινησία του μπορεί να δρα, ενώ με την απάθεια του μπορεί, όταν πιέζεται, να μην μεταβάλλεται και να μην διασκορπίζεται και να μην εξασθενεί, όπως ο αήρ. Για αυτό τον λόγο, επομένως, δικαιολογημένα οι βίαιες και μεγαλύτερες καταστροφές συμβαίνουν με την μορφή των κατακλυσμών και των εκπυρώσεων. Βέβαια δημιουργική αιτία όλων αυτών είναι η κίνηση των ουράνιων σωμάτων και η καθολική τάξη του σύμπαντος και, πριν από αυτήν, τη νέα δημιουργία η οποία δημιουργεί πάντα νέα πράγματα και κάθε φορά παράγει τη γέννηση διαφορετικών πραγματικών. Έτσι λοιπόν οι μύθοι των Ελλήνων λένε – και σαφώς υποδεικνύει και η παράδοση των Αιγυπτίων – ότι ο ήλιος παίρνει διαφορετική μορφή εντός κάθε ζωδίου. Και δεν είναι καθόλου παράξενο το ότι παρότι συμβαίνουν πολλές φθορές και με πολλούς τρόπους υπάρχει πάντα ο άνθρωπος και πάντα το κάθε είδος, λόγω της αμετακίνητης προόδου των θεϊκών ειδών. Γιατί εξαιτίας τους μένουν πάντα με τον ίδιο τρόπο σταθερές οι λογικές αρχές του σύμπαντος, επειδή καθετί που γεννιέται από μια ακίνητη αιτία είναι πάντα εξαρτημένο από την αιτία του.

Αλλά γιατί οι μαζικές καταστροφές γίνονται σε μακρά χρονικά διαστήματα ;; Γιατί πρέπει να συντρέξουν πολλά πράγματα μαζί για να γίνει μια τέτοια καταστροφή  : η κατάσταση όσων θα την πάθουν, η ιδιαίτερη  του καθενός και η κοινή, ή συμφωνία αυτών που θα την κάνουν – γιατί πως μπορεί αυτό που καταστρέφει κάτι να σώζει κάτι άλλο ;; – η καταλληλότητα της ύλης, η προετοιμασία των οργάνων και η περίσταση. Αυτά, λοιπόν, υπάρχουν και στην περίπτωση των επιμέρους καταστροφών, σπανιότερα όμως στην περίπτωση των μαζικών, και δικαιολογημένα. Γιατί είναι ανάγκη η φύση, για να πάει από το φθαρτό σε αυτό που φθείρεται εύκολα, να περνά από αυτό που φθείρεται δύσκολα. Αν, λοιπόν, τα καθολικά είναι άφθαρτα και αν τα μερικά φθείρονται εύκολα, τότε τα ενδιάμεσα τους έχουν τοποθετηθεί εύλογα στην θέση αυτών που φθείρονται δύσκολα και που υφίστανται την καταστροφή σε μακρά χρονικά διαστήματα. Τα ουράνια σώματα, λοιπόν, που διατηρούνται σε ολόκληρη την κοσμική περίοδο, είναι άφθαρτα και απρόσβλητα. Γιατί δεν υπάρχει σχήμα τους φθαρτικό, αφού όλα τους έχουν αναπτυχθεί μέσα στην καθολική περίοδο του σύμπαντος. Τα επιμέρους και τα άτομα επιδέχονται εύκολη διάλυση. Τα πιο μαζικά ανάμεσα στα επιμέρους διαλύονται μεν, αλλά σε μακρά χρονικά διαστήματα. Γιατί υπάρχουν όπως λέγει ο Αριστοτέλης, στο «Περί μακροβιότητας, 465.a» ζωή και περίοδοι του ανθρώπου, υπάρχουν, όμως, και ενός γένους, μιας πόλης και ενός έθνους, άλλων πιο μακροχρόνιες και των άλλων πιο βραχύχρονες.

Ο Πορφύριος όμως κάνει μια αναγωγή όλων αυτών στις ψυχές και αναφέρει ότι και σε αυτές μερικές φορές βράζει το θυμικό και αυτή η εκπύρωση είναι καταστροφή του εσωτερικού μας ανθρώπου : «και τα όμματα με πυρ που έλαμπε έμοιαζαν» λέγει στην ραψωδία Α’ σ.104 της Ιλιάδος ο Όμηρος αναφερόμενος στον θυμωμένο Αγαμέμνονα. Άλλες φορές, όμως, το επιθυμητικό μέρος κατακλύζεται από την υγρότητα της γεννημένης πλάσης, παραλύει και βυθίζεται στα ρεύματα της ύλης και αυτός είναι ένας άλλος θάνατος των νοητικών ψυχών, «το να γίνουν υγρές» όπως λέγει ο Ηράκλειτος στο Νο. 77 απ.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ανεπηρέαστοι από τα πάθη του θυμού όσοι έχουν το θυμικό τους χαλαρό και μετριασμένο όσον αφορά την επιμέλεια των κατώτερων. Γιατί αυτό δηλώνουν οι χαμηλοί τόποι που γειτονεύουν με τα ύδατα που αναφέρει ο Πλάτων στον «Τίμαιο». Από τα πάθη της επιθυμίας μένουν ανεπηρέαστοι όσοι έχουν σφιχτό το επιθυμητικό και ανεξαρτητοποιημένο από την ύλη, γιατί αυτό σημαίνουν οι ψηλοί τόποι αυτή την φορά. Γιατί κατά κάποιον τρόπο το θυμικό είναι εκ φύσεως ευκίνητο και δραστήριο, ενώ το επιθυμητικό έκλυτο και ασθενές. Και είναι έργο αρμονικού ανθρώπου να χαλαρώσει την ένταση του θυμού και να σφίξει την χαλαρότητα της επιθυμίας.

Βέβαια δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να πούμε ότι τους τόπους θα πρέπει να τους εκλάβουμε ως ολόκληρες χώρες, όπως επίσης ότι από τους κατακλυσμούς όπως είναι γνωστό από τον μύθο του Δευκαλίωνα και της Πύρας, που μέσω αυτών ο Δίας γέννησε τον Έλληνα, μπορεί να σωθούν μερικοί.

Εν ολίγοις τις διάφορες περιόδους ενός έθνους πρέπει να τις εκλαμβάνουμε ως τις διάφορες ζωές ενός ανθρώπου, ή ορθά μίας ψυχής : έτσι όπως στην περίπτωση των ανθρώπων οι αναμνήσεις όσων έχουν ζήσει στο παρελθόν τελειοποιούν της ψυχές, έτσι και στην περίπτωση των εθνών οι εξιστορήσεις των προηγούμενων περιόδων παρέχουν μεγάλη συμβολή στην φρόνηση. Επιπλέον αυτές οι διατηρήσεις ομοιάζουν με την τάξη του σύμπαντος. Γιατί μιμούνται τις σταθερές λογικές αρχές της Φύσεως, οι οποίες παραμένουν ακίνητες και προσδίδουν τάξη στα μεταβαλλόμενα. Αν, λοιπόν, το πιο ιερό ανάμεσα στα ιερά είναι ο Κόσμος, στον οποίο μένουν αιώνια οι ρυθμιστικές αρχές που συγκρατούν το σύμπαν, θα αποτελεί εικόνα της σταθερότητας τους η καταγραφή των παλαιών έργων στα ιερά, και όλος φυσικώς η παράδοση των Αιγυπτίων – που αφηγείται ο Αιγύπτιος Ιερέας στον Σόλωνα όταν ο 2ο επισκέφτηκε την Σάϊδα της Αιγύπτου – θα δηλώνει πως ότι είναι μόνιμο, σταθερό και διαρκώς ίδιο μέσα στα αισθητά, αυτό προέρχεται από τους νοητούς θεούς, ενώ ότι κινείται, γεννιέται και καταστρέφεται κάθε φορά διαφορετικά, αυτό κατεβαίνει από τη νέα δημιουργία, επειδή και το ιερατικό γένος που θυμάται τα παλαιά αποτελεί εικόνα της θεϊκής τάξεως που συγκρατεί το σύμπαν και είναι μόνιμη και φρουρεί τα πάντα με τη θεϊκή μνήμη. Από αυτή την τάξη γεμίζει και η νέα δημιουργία και ακτινοβολεί την ταυτότητα, τη συνοχή και τη σταθερότητα στα ευμετάβλητα πράγματα.

Στην περίπτωση, λοιπόν, των ανθρώπινων πραγμάτων είναι φανερό ότι οι κατακλυσμοί καταστρέφουν τα γένη, κινούμενοι από τις ουράνιες περιόδους και έχοντας για ύλη τους το ύδωρ, εξ ου και όλο αυτό το σύνολο έχει κληθεί από τον Πλάτωνα στον «Τίμαιο» ως «ουράνιο ρεύμα» και «σαν αρρώστια», επειδή είναι φθαρτικό για τα άλλα. Και το φθαρτικό είναι κακό για το μέρος, είναι όμως καλό για το σύνολο. Και βέβαια αυτές οι καταστροφές συμβαίνουν όπως λέγει και ο Πλάτων «εντός συνηθισμένου αριθμού ετών», επειδή και αυτού του είδους οι καταστροφές πραγματοποιούνται σύμφωνα με ορισμένες περιόδους που έχουν και αυτές κάποια εξάρτηση από ολόκληρη την περίοδο του θεϊκού γένους για το οποίο κάνει λόγο ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία, 566», που σαφώς εννοεί τον ουρανό. Μάλιστα με όλα αυτά δηλώνεται και το εξής : όσα γίνονται μόνο από τα καθολικά αίτια, αυτά αναγκαστικά συντελούνται με βάση τις κοσμικές περιόδους που είναι καθορισμένες από τον ίδιο τον αριθμό. Όσα όμως συμβαίνουν από κάποια επιμέρους αίτια, δεν συμβαίνουν απολύτως ίδια, παρόλο που τα ουράνια σχήματα τις περιόδου είναι ίδια. Το ίδιο μπορεί κάποιος να το παρατηρήσει και στο σύμπαν, αν θυμηθεί ότι όλα όσα γεννιούνται φθείρονται και υπακούουν στις κοσμικές περιόδους και στης ανακυκλώσεις της καθολικής ζωής, και ότι οι περίοδοι είναι συνεχείς μεταξύ τους και συμπληρώνουν μία συνεχή ζωή.

Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν και ο Πλάτων στον «Τίμαιο» είπε ότι από τους κατακλυσμούς απομένουν βουκόλοι και νομείς (βοσκοί) και χάνονται οι κάτοικοι των πόλεων. Είναι, λοιπόν, αγράμματοι και άμουσοι [μακριά από τις Μούσες] όσοι απομένουν. Και λόγω της 1ης τους ιδιότητας δεν μπορούν μέσω των γραπτών να παραδώσουν στην μνήμη τα γεγονότα της προηγούμενης περιόδου, ενώ λόγω της 2ης ιδιότητάς τους δεν είναι ικανοί να διασώσουν τα προηγούμενα βιώματα ούτε με ποιήματα ή άσματα. Για αυτό λησμονούν τα πάντα και λόγω της λησμονιάς επανέρχονται στην ζωή των παιδιών. Γιατί, όπως λέγει ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια, Α’ 2, 1095.a», «ο ανώριμος ως προς τον τρόπο ζωής δεν διαφέρει καθόλου από τον νέο στην ηλικία».

Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στις ψυχές που μόλις κατέβηκαν εις γένεσιν. Γιατί, αφού αντάλλαξαν την προηγούμενη νοητική περίοδο με μία δεύτερη γενεσιουργό, λόγω του κατακλυσμού της ύλης λησμονούν τα νοητά, και όσες ποτέ από αυτές έχουν αναμνήσεις από το θέαμα των νοητών, με την πάροδο του χρόνου τις αποβάλουν. Έτσι, λοιπόν, και όλα τα εγκόσμια από την παλαιότητα επιστρέφουν στην νεότητα μέσω της αναγέννησης, κινούμενα κάθε φορά και διαφορετικά λόγω της φύσης τους που έχει το είδος της μέσα στην κίνηση.

Τις σεβαστές, λοιπόν, και παμπάλαιες διηγήσεις του Σόλωνα ο Αιγύπτιος Ιερέας τις παρομοιάζει με παιδικούς μύθους. Γιατί οι μύθοι των Σοφών αφορούν αιώνια πράγματα, ενώ οι μύθοι των παιδιών πράγματα στιγμιαία και ασήμαντα, και οι πρώτοι έχουν νοητική και κρυμμένη, ενώ η δεύτεροι χαμερπή και χωρίς υπόδειξη κανενός υψηλού νοήματος. Με τους μύθους, λοιπόν, των παιδιών παρομοιάζονται οι ιστορίες του Σόλωνα, και με μύθους σοφών οι ιστορίες των Αιγυπτίων. Γιατί οι πρώτες έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στο ασήμαντο, ενώ οι άλλες καλύπτουν ένα ευρύτερο πεδίο, και οι πρώτες είναι μόνο ιστορίες, ενώ οι δεύτερες συμβάλουν και στην επιστήμη.

Από αυτά, λοιπόν, και από τα υποδείγματα τους πρέπει να παρατηρήσουμε ότι τα γεννήματα της νέας δημιουργίας αποκαλούνται παίγνια των θεών και μοιάζουν με τους μύθους – γιατί είναι εικόνες των αληθινών όντων και μετέχουν στα είδη με το πιο υποβαθμισμένο τρόπο -, ενώ αυτά που λαμβάνουν υπόσταση πρωταρχικά από τα νοητά είναι νοητικά, αιώνια και μόνιμα και έχουν κρυμμένη στην ουσία τους.

Έτσι, δηλαδή, και στο σύμπαν η νέα δημιουργία παράγει τα πάντα διαιρεμένα και πολλαπλασιασμένα και μέσω της αναγέννησης τακτοποιεί το παρόν, ενώ μέσα στα νοητά έχουν συμπεριληφθεί εκ των προτέρων και ενιαία τα αίτια της πρώτης υπόστασης και της ανακύκλωσης των ειδών.

Θέλει, λοιπόν, ο Πλάτων να συνδέσει τη δεύτερη περίοδο με την πρώτη και να δείξει ότι είναι μια και συνεχής η ζωή των πρώτων Αθηναίων και αυτών που ζουν την εποχή του, μέσω του σπέρματος το οποίο χαρακτηρίζει «λιγοστό», επειδή και στον Κόσμο τα τέλη της προηγούμενης περιόδου συνδέονται με τις αρχές της επόμενης λόγω της ουσίας των αιτιών και της ατελείωτης κίνησης του σύμπαντος και της αμετάβλητης, όπως λέει, μεταβολής.

Έτσι ας μην απορούμε αν ο Αιγύπτιος χαρακτηρίζει τον Σόλωνα απόγονο εκείνων των άριστων ανδρών, ενώ εμείς τον τοποθετούμε στην αιτία ολόκληρης της κοσμικής αντίθεσης. Γιατί ως ζωντανός οργανισμός έχει την καταγωγή του από εκείνους, ως επιμέρους όμως νους, που υποδέχτηκε τη διήγηση του πολέμου, αναλογεί στη θεϊκή τάξη που μεταβιβάζει το μήνυμα της κοσμικής αντίθεσης από ψηλά, από τα νοητά, στα αισθητά. Και σαφώς δεν πρέπει να συγχεόμαστε από τέτοιες αντιρρήσεις, αλλά να γνωρίζουμε τη φύση των αναλογιών, ότι δηλαδή τα ίδια γίνονται πρώτα, τελευταία και ενδιάμεσα μέσω της αναλογίας.

Βέβαια μεγάλο κατακλυσμό ο Αιγύπτιος δεν εννοεί αυτόν που έγινε επί εποχής Δευκαλίωνα, αλλά ίσως κάποιον άλλον από αυτούς που είχαν γίνει παλαιότερα.

Όπως και πολεμικότατη και ευνοούμενη χαρακτηρίζει την πόλη των Αθηναίων επειδή είναι εικόνα της Αθηνάς που την εποπτεύει, την οποία στην συνέχεια θα την χαρακτηρίσει φιλοπόλεμο και φιλόσοφο. Γιατί οι Αθηναίοι έχουν λάβει την πολεμική ιδιότητα από το γεγονός ότι η θεά είναι φιλοπόλεμος, και την ευνομία από το γεγονός ότι η θεά είναι και φιλόσοφος. Φυσικά «τα ωραιότερα έργα» που έκαναν οι Αθηναίοι δεν είναι άλλο τίποτα από την νίκη τους ενάντια στους Ατλαντίνους. Ενώ όταν αναφέρεται ο Αιγύπτιος Ιερέας για τα «ωραιότερα πολιτεύματα» εννοεί ότι είναι τα ωραιότερα όχι επειδή άλλαξε η Αθήνα πολλά, αλλά επειδή το ένα πολίτευμα της θα το χαρακτήριζε κανείς ένωση πολλών πολιτευμάτων, όπως ακριβώς θα έλεγε κανείς κι ότι ο ένας Κόσμος περιέχει πολλούς Κόσμους. Γιατί, αν η ζωή κάθε προσώπου είναι ένα είδος πολιτεύματος και η κοινή ζωή είναι ένωση πολλών προσωπικών ζωών, τότε κοινό πολίτευμα θα είναι η ένωση πολλών πολιτευμάτων με βάση ένα πρότυπο, το Κάλλος. Για αυτό, όταν μιλάει για τα πολιτεύματα, και χρησιμοποιεί την φράση «από όλα όσα γνωρίζουμε ότι υπήρξαν κάτω από τον ουρανό», επειδή είναι η πρώτη εικόνα του πολιτεύματος του Κόσμου, ώστε θα έλεγες ότι είναι το καλύτερο από τα πολιτεύματα που υπήρξαν κάτω από τον ουρανό. Γιατί, όπως λέγει στην «Πολιτεία», στον ουρανό βρίσκεται το υπόδειγμά της. Έτσι ο Πλάτων μιλάει με τρόπο ταιριαστό με την φιλοσοφία των Πυθαγορείων και ερμηνεύει τη Φύση με αριθμούς και σχήματα σαν με εικόνες, έτσι και ο Αιγύπτιος ιερέας θα διδάξει την αλήθεια των πραγμάτων μέσω συμβόλων, κατά τρόπο πάντα ταιριαστό με τον εαυτό του. Εκτός τούτων, κι ο ίδιος ο Πλάτων, στον «Θεαίτητο», κατηγόρησε όσους μιλάνε πάντοτε με απλή γλώσσα, προκειμένου να κάνουν τη σοφία τους φανερή, λέει, και στους τσαγκάρηδες. Επομένως συμπεραίνουμε ότι δεν είναι άσχετος με τον Πλάτωνα ο Λόγος που με αινίγματα διδάσκει την Αλήθεια αλλά και ότι η νέα δημιουργία, που γεμίζει από τα παλαιότερα και πρωταρχικά αίτια που υποδηλώνονται με τους Αιγυπτίους, υποδηλώνεται με τους Έλληνες και συγκρατείται από την Αθηνά. Με τους Έλληνες δηλαδή δηλώνεται η δημιουργία ενώ με τους Αιγυπτίους η πρόνοια και η επιστροφή. Γιατί αυτή η θεά από εκεί έχει τη μονιμότητα και την υπερβατικότητα και συμβάλει στην κοσμική αντίθεση. Γιατί κάθε στοιχείο της δημιουργικής προόδου, το οποίο διαιρείται και πληθαίνει, προοδεύει λόγω εκείνης της αρχής. Έτσι στον πλατωνικό «Τίμαιο» ο Αιγύπτιος Ιερέας έχει χρησιμοποιηθεί σαν σύμβολο των αιτίων που φρουρούν τη μόνιμη συνοχή των λογικών ρυθμιστικών αρχών ενώ ο Σόλων των αιτιών που εντός του Κόσμου δημιουργούν την αναγέννηση. Για αυτό και ο ένας επιδεικνύει την ιδιαίτερη μνήμη της αρχαίας παράδοσης που έχει μέσα του, ενώ ο άλλος λέγεται ότι εξιστόρησε ποικίλες μεταβολές, γεννήσεις και καταστροφές.

Συγγραφέας κειμένου : ΚεφάλαςΕυστάθιος

ΠΗΓΗ 1

ΠΗΓΗ 2

Advertisements
 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s